Η Μεγάλη Βρετανία μπορεί να έχει αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο η περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ εξακολουθεί να επηρεάζει ουσιαστικά το βρετανικό εμπόριο.
.
Οι πρόσφατες αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών για περιορισμό ορισμένων απαιτήσεων αναφοράς βιωσιμότητας παρουσιάστηκαν ως μέτρο αποσυμφόρησης των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η πραγματικότητα για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά παραμένει σύνθετη.
Παρότι οι βρετανικές επιχειρήσεις δεν υπάγονται άμεσα στο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο, όσες εμπορεύονται αγαθά και υπηρεσίες εντός της ΕΕ συμμετέχουν σε εφοδιαστικές αλυσίδες που βασίζονται σε εναρμονισμένα πρότυπα. Κάθε μεταβολή των κανόνων στις Βρυξέλλες επηρεάζει άμεσα τις προσδοκίες που τίθενται σε εξαγωγείς, εισαγωγείς και προμηθευτές στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το βασικό ζήτημα, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα για την κατάσταση της διαχείρισης ESG δεδομένων στην Ευρώπη, δεν αφορά τόσο την ένταση της ρύθμισης όσο την ποιότητα και αξιοπιστία των ίδιων των δεδομένων. Μόλις το 20% των Ευρωπαίων επιχειρηματικών ηγετών δηλώνει ότι εμπιστεύεται πλήρως τα ESG δεδομένα της εταιρείας του, έναντι 68% που εμπιστεύεται τα χρηματοοικονομικά στοιχεία. Το χάσμα αυτό αναδεικνύει δομικές αδυναμίες στον τρόπο συλλογής, επεξεργασίας και αξιοποίησης πληροφοριών βιωσιμότητας.
Η έρευνα καταγράφει επίσης ότι πολλές επιχειρήσεις αντλούν ESG δεδομένα από τουλάχιστον πέντε διαφορετικά τμήματα, ενώ σημαντικό ποσοστό χρησιμοποιεί τέσσερα ή περισσότερα λογισμικά εργαλεία για την καταγραφή και ανάλυση των στοιχείων. Το αποτέλεσμα είναι κατακερματισμένα συστήματα, πολλαπλές εκδοχές της ίδιας πληροφορίας και αυξημένος κίνδυνος λαθών. Το 50% των εταιρειών δηλώνει ότι η χαμηλή ποιότητα δεδομένων και η έλλειψη κατάλληλης τεχνολογίας αποτελούν τις βασικότερες προκλήσεις στον τομέα ESG.
Η μείωση των υποχρεώσεων αναφοράς δεν αντιμετωπίζει αυτές τις αδυναμίες. Αντίθετα, υπάρχει ο κίνδυνος να συγκαλύψει τα προβλήματα διακυβέρνησης δεδομένων, την ώρα που οι επενδυτές συνεχίζουν να ζητούν αναλυτικές και ελέγξιμες γνωστοποιήσεις. Η εμπειρία προηγούμενων ευρωπαϊκών κανονιστικών πρωτοβουλιών, όπως ο GDPR, δείχνει ότι τα πρότυπα που θεσπίζονται στην ΕΕ συχνά καθορίζουν τις αγορές και πέραν των συνόρων της.
Η ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στη στρατηγική των επιχειρήσεων ενισχύεται διαρκώς, καθώς τα ESG δεδομένα επηρεάζουν αποφάσεις προμηθειών, επενδυτική αξιολόγηση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η μετάβαση σε ολοκληρωμένα συστήματα καταγραφής και διαχείρισης, με σαφή κατανομή ευθυνών και δυνατότητα ελέγχου, προβάλλει ως βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της αξιοπιστίας.
Η χαλάρωση των ευρωπαϊκών κανόνων δεν αποτελεί ένδειξη υποχώρησης των απαιτήσεων της αγοράς. Αντίθετα, για τις επιχειρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρώπης, αναδεικνύεται ως περίοδος προσαρμογής και ενίσχυσης των εσωτερικών διαδικασιών, σε ένα περιβάλλον όπου οι προσδοκίες για διαφάνεια και συγκρισιμότητα συνεχίζουν να εξελίσσονται.








