ESG+Stories

Το νέο ρίσκο για τις αγορές: Όταν η κλιματική κρίση χτυπά τα κρατικά ομόλογα

Simon Nixon, εκδότης του newsletter Wealth of Nations
Το νέο ρίσκο για τις αγορές: Όταν η κλιματική κρίση χτυπά τα κρατικά ομόλογα

Για αρκετά χρόνια, ένα μέρος της επενδυτικής κοινότητας αντιμετώπιζε το ESG με αυξανόμενο σκεπτικισμό. Η πολιτική αντίδραση απέναντι στις κλιματικές δεσμεύσεις ενισχύθηκε, οι ρυθμιστικές απαιτήσεις αμφισβητήθηκαν και η συζήτηση γύρω από τις βιώσιμες επενδύσεις μετατοπίστηκε από τη δυναμική της προηγούμενης δεκαετίας προς μια πιο αμυντική στάση. Ωστόσο, τα ακραία καιρικά φαινόμενα στην Ευρώπη υπενθυμίζουν ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι πρωτίστως ζήτημα επενδυτικής ορολογίας. Είναι ένας οικονομικός και, ολοένα περισσότερο, δημοσιονομικός κίνδυνος.

Οι πυρκαγιές που έπληξαν αυτό το καλοκαίρι περιοχές της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας δείχνουν πόσο γρήγορα μπορεί το φυσικό κλιματικό ρίσκο να μετατραπεί σε πραγματικό οικονομικό κόστος. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ο Simon Nixon στους Financial Times, η ζημιά μπορεί να φτάσει τα 3 δισ. ευρώ. Το ποσό είναι σημαντικό, αλλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης εικόνας.

Ο European Environment Agency υπολογίζει ότι μεταξύ 1980 και 2024 οι πλημμύρες, οι καταιγίδες, οι ξηρασίες και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα προκάλεσαν ζημιές 822 δισ. ευρώ στην Ευρώπη. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το ένα τέταρτο του συνολικού κόστους καταγράφηκε μόνο μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Και αυτά είναι τα άμεσα κόστη. Η πραγματική οικονομική επίδραση είναι μεγαλύτερη. Οι καταστροφές μπορούν να προκαλέσουν υψηλότερες τιμές τροφίμων, προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, απώλειες παραγωγικότητας, καταστροφή υποδομών και απαξίωση περιουσιακών στοιχείων. Σε περιοχές που πλήττονται επανειλημμένα, μπορεί να επηρεαστεί ακόμη και η δυνατότητα διατήρησης επιχειρηματικής δραστηριότητας και πληθυσμού.

Από το climate risk στο sovereign risk

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η κλιματική κρίση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους επενδυτές. Το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο την έκθεση μιας εταιρείας σε φυσικούς κινδύνους ή το carbon footprint ενός χαρτοφυλακίου. Αφορά και το κατά πόσο τα κράτη θα μπορούν να απορροφούν το αυξανόμενο κόστος των κλιματικών καταστροφών χωρίς να υπονομεύονται τα δημόσια οικονομικά τους.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες ήταν ο λεγόμενος sovereign-bank doom loop: η αλληλεξάρτηση μεταξύ υπερχρεωμένων κρατών και τραπεζών που κατείχαν μεγάλες ποσότητες κρατικού χρέους. Σήμερα διαμορφώνεται ένας διαφορετικός αλλά συγγενής κίνδυνος: ένας «climate-sovereign doom loop».

Η λογική είναι σχετικά απλή. Όσο αυξάνονται οι ζημιές από την κλιματική αλλαγή, αυξάνονται και οι δημοσιονομικές ανάγκες των κρατών. Η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών μπορεί στη συνέχεια να περιορίσει τη δυνατότητα επενδύσεων σε μέτρα προσαρμογής και πρόληψης. Η ανεπαρκής προσαρμογή οδηγεί σε μεγαλύτερες μελλοντικές ζημιές και αυτές, με τη σειρά τους, ασκούν ακόμη μεγαλύτερη πίεση στα δημόσια οικονομικά.

Το Bruegel έχει ήδη προειδοποιήσει για τον συγκεκριμένο μηχανισμό. Πρόκειται για έναν κίνδυνο που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μακρινός, ιδιαίτερα σε οικονομίες με ήδη υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους.

Το κενό των επενδύσεων στην προσαρμογή

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο επειδή οι σημερινές δαπάνες για climate adaptation παραμένουν πολύ χαμηλότερες από τις εκτιμώμενες ανάγκες. Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δαπανούν συνολικά περίπου 29 δισ. ευρώ ετησίως για προσαρμογή και μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει υπολογίσει ότι απαιτούνται περίπου 70 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2050.

Το συγκεκριμένο χρηματοδοτικό κενό μπορεί τελικά να αποδειχθεί ακριβότερο από την ίδια την επένδυση στην ανθεκτικότητα. Μελέτη του World Resources Institute, την οποία επικαλείται ο Nixon, εκτιμά ότι κάθε ευρώ που επενδύεται στην προσαρμογή μπορεί να αποτρέψει περίπου 10 ευρώ μελλοντικών ζημιών.

Η Allianz έχει επιχειρήσει να αποτυπώσει και τη δυνητική μακροοικονομική επίπτωση. Σε ένα σενάριο έντονου θερμικού στρες, όπου τα πιο θερμά πρόσφατα έτη επαναλαμβάνονται στο υπόλοιπο της δεκαετίας, οι περισσότερο εκτεθειμένες ευρωπαϊκές οικονομίες θα μπορούσαν να χάσουν συνολικά το 5%-7% του ΑΕΠ τους. Για τη Γαλλία, το δυνητικό κόστος έως το 2030 εκτιμάται περίπου στα 210 δισ. ευρώ, με δημοσιονομική επίπτωση ισοδύναμη με 2,2% του ΑΕΠ.

Οι αγορές ομολόγων ήδη αρχίζουν να τιμολογούν το ρίσκο

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο φυσικός κλιματικός κίνδυνος δεν παραμένει ανεξάρτητος από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σύμφωνα με τον Michael Penn της Absolute Strategy Research, υπάρχει ήδη σύνδεση μεταξύ υψηλότερου physical climate risk και αυξημένου κόστους κρατικού δανεισμού, ακόμη και όταν λαμβάνονται υπόψη οι κλασικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές μεταβλητές.

Η ίδια ανάλυση εκτιμά ότι έως και 60 χώρες θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπες με υποβαθμίσεις πιστοληπτικής αξιολόγησης που σχετίζονται με το κλίμα έως το 2030. Μεταξύ των περισσότερο ευάλωτων αναφέρονται η Αίγυπτος, το Πακιστάν και η Νιγηρία.

Υπάρχει όμως και η αντίστροφη πλευρά. Ορισμένα κράτη ενδέχεται να ωφεληθούν πιστοληπτικά από την ενεργειακή μετάβαση. Χώρες με μεγάλη δυνατότητα παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας, όπως η Χιλή, ή με σημαντικά αποθέματα πρώτων υλών που είναι κρίσιμες για τη μετάβαση, όπως η Αργεντινή, μπορεί να αποκτήσουν νέα οικονομικά πλεονεκτήματα.

Γιατί η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα ευάλωτη

Για την Ευρώπη, ο κίνδυνος έχει μία πρόσθετη διάσταση: τη σύνδεση μεταξύ κρατικών ομολόγων και τραπεζικού συστήματος. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες διαθέτουν σημαντικές τοποθετήσεις σε sovereign debt και πλέον τα χαρτοφυλάκια αυτά περιλαμβάνουν σε μεγαλύτερο βαθμό ομόλογα διαφορετικών κρατών-μελών.

Η διαφοροποίηση έχει προφανή πλεονεκτήματα, μπορεί όμως να λειτουργήσει και ως κανάλι μετάδοσης μιας κρίσης. Εάν η κλιματική πίεση προκαλέσει σοβαρή δημοσιονομική επιδείνωση σε μία χώρα, οι επιπτώσεις μπορεί να μην περιοριστούν στο εσωτερικό της.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί εδώ και χρόνια για τους συγκεκριμένους κινδύνους και ζητά μεγαλύτερη συμμετοχή του ιδιωτικού ασφαλιστικού τομέα. Σήμερα μόνο περίπου το 20% των ζημιών από ακραία καιρικά φαινόμενα στην Ευρώπη καλύπτεται ασφαλιστικά, ενώ σε ορισμένες χώρες το ποσοστό είναι σχεδόν αμελητέο. Όταν η ιδιωτική ασφάλιση δεν καλύπτει τις ζημιές, το κράτος καταλήγει συχνά να λειτουργεί ως ασφαλιστής έσχατης ανάγκης.

Η συζήτηση για το ESG ίσως έχει τεθεί σε λάθος βάση

Το σημαντικότερο συμπέρασμα για τους επενδυτές είναι ίσως ότι η κλιματική διάσταση δεν χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ως ιδεολογική τοποθέτηση υπέρ ή κατά του ESG. Εάν τα ακραία καιρικά φαινόμενα επηρεάζουν την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, τις δημόσιες δαπάνες, τα κρατικά ελλείμματα, την πιστοληπτική αξιολόγηση και τελικά το κόστος δανεισμού, τότε η αξιολόγηση του κλιματικού κινδύνου αποτελεί απλώς μέρος της παραδοσιακής ανάλυσης κινδύνου.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις αγορές κρατικών ομολόγων, όπου η έννοια της πιστοληπτικής ικανότητας βασίζεται ακριβώς στην εκτίμηση της δυνατότητας ενός κράτους να αντιμετωπίζει μελλοντικές υποχρεώσεις και οικονομικά σοκ.

Η αλλαγή του κλίματος προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα σε αυτή την εξίσωση. Και όσο τα ακραία φαινόμενα γίνονται συχνότερα και ακριβότερα, τόσο δυσκολότερο θα είναι για τις αγορές να θεωρούν τον συγκεκριμένο παράγοντα εξωτερικό προς την οικονομική ανάλυση.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι επενδυτές εξακολουθούν να πιστεύουν στο ESG. Είναι αν τιμολογούν επαρκώς έναν κίνδυνο που έχει ήδη αρχίσει να εμφανίζεται στους κρατικούς προϋπολογισμούς, στις ασφαλιστικές απώλειες και στις αγορές χρέους. Γιατί η επόμενη μεγάλη αναταραχή που θα συνδέεται με την κλιματική αλλαγή μπορεί να μην εκδηλωθεί μόνο με μια φυσική καταστροφή. Μπορεί να εμφανιστεί και στις οθόνες των αγορών.

Πηγή: Financial Times

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ