Η χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης στην Ευρώπη δεν εξαρτάται μόνο από το εάν οι τράπεζες διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για να χορηγήσουν δάνεια, αλλά και από το εάν υπάρχουν αρκετά ώριμα και επενδύσιμα έργα στην πραγματική οικονομία, επισημαίνει ο Φρανκ Έλντερσον, αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
.
Σε συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο, ο Έλντερσον έθεσε το ζήτημα της πράσινης μετάβασης στο ευρύτερο πλαίσιο των τεράστιων επενδυτικών αναγκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με ανάλυση της ΕΚΤ που επικαλέστηκε, η Ευρώπη χρειάζεται περίπου 1,2 τρισ. ευρώ επενδύσεων κάθε χρόνο έως το 2030 για να καλύψει συνολικά τις ανάγκες της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης και της άμυνας.
Το μέγεθος αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, απαιτεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που μπορεί να κατευθύνει κεφάλαια εκεί όπου είναι περισσότερο παραγωγικά. Ωστόσο, η σημερινή κατακερματισμένη ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά περιορίζει την ικανότητα των τραπεζών να λειτουργούν σε πανευρωπαϊκή κλίμακα και να χρηματοδοτούν αποτελεσματικά επενδύσεις που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την πράσινη μετάβαση. Η ενδιαφέρουσα πλευρά της τοποθέτησής του αφορά, όμως, το κατά πόσο το βασικό εμπόδιο είναι πράγματι η προσφορά χρηματοδότησης.
Στη συζήτηση τέθηκε το επιχείρημα ότι σε πολλές επενδύσεις της πράσινης μετάβασης το πρόβλημα βρίσκεται περισσότερο στην πραγματική οικονομία: αβέβαιη ζήτηση, έλλειψη σταθερότητας πολιτικής και περίπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης μπορούν να οδηγήσουν σε έλλειψη επενδύσιμων έργων.
Ο Έλντερσον απέρριψε την αντίληψη ότι η χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τραπεζών θα ήταν από μόνη της αρκετή για να απελευθερώσει περισσότερη χρηματοδότηση.
Η ΕΚΤ, όπως ανέφερε, δεν βλέπει στοιχεία ότι οι σημερινές κεφαλαιακές απαιτήσεις περιορίζουν τον τραπεζικό δανεισμό προς την πραγματική οικονομία. Αντιθέτως, οι ισχυρές κεφαλαιακές θέσεις βοηθούν τις τράπεζες να αντέχουν σε κρίσεις και ταυτόχρονα να συνεχίζουν να χρηματοδοτούν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται, κατά τον Έλντερσον, στην πλευρά της ζήτησης.
«Οι τράπεζες μπορούν να παρέχουν δάνεια, αλλά οι επιχειρήσεις πρέπει τελικά να έχουν λόγους για να επενδύσουν», σημείωσε. Όταν οι εταιρείες είναι απαισιόδοξες για το μέλλον, μια μικρή μείωση του κόστους δανεισμού δεν αρκεί από μόνη της για να προκαλέσει κύμα νέων επενδύσεων.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την πράσινη μετάβαση. Η διαθεσιμότητα τραπεζικού κεφαλαίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, αλλά δεν αρκεί όταν οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα για τη μελλοντική ζήτηση, το κανονιστικό πλαίσιο ή τις διαδικασίες αδειοδότησης.
Κατά συνέπεια, η κινητοποίηση των επενδύσεων προϋποθέτει παράλληλες αλλαγές στην πραγματική οικονομία και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Όπως σημείωσε ο Έλντερσον, η Ευρώπη πρέπει να γίνει καλύτερη στο να μετατρέπει τις αποταμιεύσεις σε επενδύσεις, τις επενδύσεις σε καινοτομία και την καινοτομία σε αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτό απαιτεί βαθύτερες και περισσότερο ενοποιημένες κεφαλαιαγορές, ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, ισχυρότερη ενιαία αγορά, ταχύτερη διάδοση ψηφιακών τεχνολογιών και τεχνητής νοημοσύνης και ένα περιβάλλον στο οποίο οι επιχειρήσεις μπορούν να αναπτυχθούν πέρα από τα εθνικά σύνορα.
Η ΕΚΤ συνδέει έτσι τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης με ένα ευρύτερο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σήμερα, περίπου το 80% των τραπεζικών δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις χορηγείται εντός της χώρας όπου εδρεύει η τράπεζα, ενώ λιγότερο από το 2% των καταθέσεων βρίσκεται σε άλλη χώρα της ΕΕ.
Για τον Έλντερσον, επομένως, η απάντηση στις τεράστιες επενδυτικές ανάγκες της πράσινης μετάβασης δεν είναι απλώς «περισσότερα τραπεζικά δάνεια». Απαιτεί αφενός ένα περισσότερο ενοποιημένο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα και αφετέρου μια πραγματική οικονομία που δημιουργεί ώριμα έργα και επαρκή κίνητρα για επενδύσεις.
Πηγή: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συζήτηση του Φρανκ Έλντερσον στο Hertie School of Governance, 8 Σεπτεμβρίου 2026








