Το greenwashing αποθαρρύνει ολοένα και περισσότερους καταναλωτές από τη βιώσιμη χρηματοδότηση, απειλώντας την ανάπτυξη της αγοράς την ώρα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός τόσο για τις αποδόσεις όσο και για την περιβαλλοντική και κοινωνική πρόοδο.
.
Αυτό δείχνει νέα έρευνα της Euroconsumers σε περισσότερους από 4.000 καταναλωτές σε Βέλγιο, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία, η οποία καταγράφει έντονη δυσπιστία απέναντι στις «πράσινες» επενδυτικές ετικέτες και σαφή κόπωση από το greenwashing.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 79% των πολιτών αποταμιεύει με κάποιον τρόπο, ενώ λίγο πάνω από τους μισούς χρησιμοποιούν τραπεζικά ή επενδυτικά προϊόντα. Παρά το ενδιαφέρον, η διείσδυση των βιώσιμων προϊόντων παραμένει χαμηλή: μόλις 10%–18% έχει επενδύσει ποτέ σε «πράσινα» ή βιώσιμα προϊόντα. Την ίδια στιγμή, όμως, το δυναμικό είναι μεγάλο: το 40% δηλώνει ότι θα εξέταζε μια τέτοια επένδυση και το ποσοστό ανεβαίνει στο 81% μεταξύ όσων έχουν ήδη εμπειρία.
Οι καταναλωτές έχουν ξεκάθαρες προσδοκίες. Το 89% θέλει οι επενδύσεις του να έχουν θετικό περιβαλλοντικό ή κοινωνικό αποτύπωμα και το 75% να στηρίζουν τη μετάβαση σε οικονομία χαμηλών εκπομπών. Αντίστοιχα, το 61% αποφεύγει εταιρείες που επεκτείνουν τη χρήση ορυκτών καυσίμων ή έχουν επιβλαβείς κοινωνικές πρακτικές.
Ωστόσο, η πληροφόρηση δεν ακολουθεί αυτές τις προσδοκίες. Οι επενδυτές δηλώνουν ότι αισθάνονται πολύ λιγότερο ενημερωμένοι για τα κριτήρια βιωσιμότητας σε σχέση με τα καθαρά χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά των προϊόντων. Σε αυτό το περιβάλλον, το μάρκετινγκ αποκτά υπερβολικό βάρος: σχεδόν 9 στους 10 επηρεάζονται από «πράσινους» όρους στο όνομα των προϊόντων.
Το πρόβλημα είναι ότι η εμπειρία συχνά διαψεύδει τις υποσχέσεις. Πάνω από το 37% όσων επένδυσαν βιώσιμα βρέθηκαν τουλάχιστον μία φορά μπροστά σε προϊόν που αποδείχθηκε λιγότερο «πράσινο» απ’ όσο διαφημιζόταν ή χωρίς σαφή κριτήρια. Το αποτέλεσμα είναι εμφανές: το 34% αποφεύγει πλέον βιώσιμα προϊόντα ακριβώς λόγω παραπλανητικών ή μη επαληθεύσιμων πράσινων ισχυρισμών.
Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι συνέπειες στην εμπιστοσύνη. Αν μάθαιναν ότι επένδυσαν σε προϊόν που παρουσιάστηκε ως βιώσιμο χωρίς να είναι, το 43% δηλώνει ότι θα ένιωθε εξαπατημένο, το 34% ότι θα εγκατέλειπε τον πάροχο, το 30% ότι θα αποθαρρυνόταν γενικά από τις βιώσιμες επενδύσεις και το 24% ότι θα έχανε εμπιστοσύνη στις πράσινες δηλώσεις συνολικά.
Παράλληλα, οι καταναλωτές εμφανίζονται να υπερεκτιμούν το ισχύον πλαίσιο ελέγχου. Περίπου τα δύο τρίτα πιστεύουν ότι τα «πράσινα» προϊόντα ελέγχονται αυστηρά από τις αρχές και στηρίζονται σε στέρεες επιστημονικές βάσεις – κάτι που, σύμφωνα με την Euroconsumers, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Η έρευνα έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζει αναθεώρηση του κανονισμού SFDR για τις γνωστοποιήσεις βιωσιμότητας. Η Euroconsumers ζητά σαφή διάκριση μεταξύ βιώσιμων και μη προϊόντων, αυστηρότερους κανόνες ονομασίας και προβολής, κοινά και δεσμευτικά κριτήρια, καλύτερη εκπαίδευση των χρηματοοικονομικών συμβούλων και ουσιαστικούς ελέγχους με πραγματικές κυρώσεις.
Το μήνυμα της έρευνας είναι ξεκάθαρο: το greenwashing δεν είναι απλώς επικοινωνιακό πρόβλημα, αλλά απειλή για την ίδια την ανάπτυξη της βιώσιμης χρηματοδότησης. Αν δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη, η «πράσινη» αγορά κινδυνεύει να χάσει το πιο κρίσιμο κεφάλαιό της – τους ίδιους τους επενδυτές.
Πηγή: Euroconsumers








