ESG+Stories

Μελέτη MIT: Οι αξιολογήσεις ESG της MSCI δίνουν προτεραιότητα στη σταθερότητα αντί της ακρίβειας

Η πρακτική αυτή μειώνει τη μεταβλητότητα για τους επενδυτές, αλλά ταυτόχρονα στερεί από την αγορά σημαντικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αποδόσεις των χαρτοφυλακίων. 
Μελέτη MIT: Οι αξιολογήσεις ESG της MSCI δίνουν προτεραιότητα στη σταθερότητα αντί της ακρίβειας

Οι αξιολογήσεις ESG αποτελούν πλέον βασικό εργαλείο για θεσμικούς επενδυτές, διαχειριστές κεφαλαίων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς χρησιμοποιούνται τόσο για την αξιολόγηση των κινδύνων όσο και για την επιλογή εταιρειών που εντάσσονται σε επενδυτικά χαρτοφυλάκια και δείκτες βιωσιμότητας.

.

Ωστόσο, νέα μελέτη του MIT Sloan School of Management υποστηρίζει ότι οι αξιολογήσεις αυτές ενδέχεται να μην αντικατοπτρίζουν πάντοτε την πιο πρόσφατη εικόνα μιας εταιρείας. Αντίθετα, φαίνεται να διαμορφώνονται με γνώμονα τη σταθερότητα των αξιολογήσεων, περιορίζοντας τις συχνές μεταβολές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανακατατάξεις χαρτοφυλακίων.

Η εργασία, με τίτλο "The Traffic Light Effect in ESG Ratings", εξετάζει τις πρακτικές της MSCI, του μεγαλύτερου παγκοσμίως παρόχου αξιολογήσεων ESG, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι τελικές βαθμολογίες διατηρούνται τεχνητά λίγο πριν από το όριο που θα οδηγούσε σε αλλαγή της τελικής βαθμίδας.

Το «φαινόμενο του φωτεινού σηματοδότη»

Οι ερευνητές περιγράφουν το φαινόμενο ως "Traffic Light Effect", καθώς οι βαθμολογίες φαίνεται να «σταματούν στο κόκκινο φανάρι» λίγο πριν περάσουν στο επόμενο επίπεδο αξιολόγησης.

Σύμφωνα με την έρευνα, αυτό συμβαίνει κατά τη διάρκεια των εσωτερικών επιτροπών αξιολόγησης της MSCI, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να τροποποιούν το αποτέλεσμα που προκύπτει από το μοντέλο βαθμολόγησης.

Οι παρεμβάσεις αυτές οδηγούν συχνά στη διατήρηση μιας αξιολόγησης αντί για την αναβάθμιση ή την υποβάθμισή της, ακόμη και όταν τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν ότι μια αλλαγή θα ήταν δικαιολογημένη.

Ο Florian Berg, principal research scientist του MIT Sloan, επισημαίνει ότι οι επενδυτές αγοράζουν δεδομένα με την προσδοκία ότι αυτά θα αποτυπώνουν όσο το δυνατόν ακριβέστερα την πραγματική κατάσταση μιας εταιρείας. Όπως σημειώνει, η προτεραιότητα στην αποφυγή μεταβολών μπορεί να περιορίζει την αξία αυτών των πληροφοριών.

Ανάλυση 16.000 εταιρειών

Η ερευνητική ομάδα, στην οποία συμμετείχαν επίσης οι Jess Cornaggia (Pennsylvania State University), Cristian Foroni (European University Institute) και Francesco Tripoli (Harvard Business School), ανέλυσε τις μηνιαίες αξιολογήσεις ESG της MSCI για την περίοδο 2014-2022.

Το δείγμα περιλάμβανε περίπου 16.000 εταιρείες ετησίως, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις περιπτώσεις όπου οι αξιολογήσεις παραπέμπονταν σε εσωτερική επιτροπή επανεξέτασης.

Οι επιτροπές αυτές ενεργοποιούνταν όταν προτεινόταν αναβάθμιση στην κορυφαία βαθμίδα AAA, υποβάθμιση στη χαμηλότερη CCC, αλλαγή δύο ή περισσότερων βαθμίδων, όταν οι αναλυτές θεωρούσαν ότι η αυτόματη βαθμολογία δεν αντανακλούσε την πραγματική εικόνα της εταιρείας ή όταν υπήρχαν αμφιβολίες για την ποιότητα των δεδομένων.

Οι ερευνητές ανακατασκεύασαν τη μεθοδολογία της MSCI, υπολογίζοντας ποια θα ήταν η βαθμολογία κάθε εταιρείας εάν εφαρμόζονταν αποκλειστικά οι δημοσιευμένοι κανόνες του οργανισμού και στη συνέχεια συνέκριναν τα αποτελέσματα με τις τελικές αξιολογήσεις που δημοσιεύθηκαν.

Λιγότερες αλλαγές από όσες θα περίμενε κανείς

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι βαθμολογίες συγκεντρώνονταν συστηματικά λίγο πριν από τα όρια που θα οδηγούσαν σε αλλαγή της τελικής κατηγορίας.

Το μοτίβο αυτό δεν εμφανιζόταν στις αρχικές βαθμολογίες που παρήγαγε το μοντέλο, αλλά δημιουργούνταν μετά την παρέμβαση των επιτροπών αξιολόγησης, γεγονός που, σύμφωνα με τους ερευνητές, υποδηλώνει ανθρώπινη παρέμβαση και όχι στατιστική ιδιαιτερότητα.

Η ανάλυση έδειξε ακόμη ότι μόνο 24,3% των 129.702 εταιρικών αξιολογήσεων που εξετάστηκαν από επιτροπές κατέληξαν τελικά σε αλλαγή της βαθμίδας ESG.

Παράλληλα, οι αναβαθμίσεις ήταν σχεδόν διπλάσιες από τις υποβαθμίσεις, καθώς καταγράφηκαν 20.588 αναβαθμίσεις έναντι 10.944 υποβαθμίσεων, στοιχείο που οι συγγραφείς θεωρούν ένδειξη πιθανής ανοδικής μεροληψίας στις τελικές αποφάσεις.

Γιατί αποφεύγονται οι μεταβολές

Σύμφωνα με τη μελέτη, μια πιθανή εξήγηση είναι ότι οι μεγάλοι επενδυτές προτιμούν σχετικά σταθερές αξιολογήσεις.

Οι συχνές αναβαθμίσεις ή υποβαθμίσεις συνεπάγονται αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίων, αυξημένα κόστη συναλλαγών και πιθανές αποκλίσεις από επενδυτικές στρατηγικές ή δείκτες.

Έτσι, οι επιτροπές αξιολόγησης ενδέχεται να επιδιώκουν μεγαλύτερη σταθερότητα στις βαθμολογίες, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι η πληροφορία δεν αποτυπώνει άμεσα τις εξελίξεις στις ίδιες τις επιχειρήσεις.

Οι ερευνητές σημειώνουν πάντως ότι δεν είναι σαφές αν αυτή η ισορροπία ανταποκρίνεται στις προτιμήσεις όλων των επενδυτών.

Οι αγορές χάνουν σημαντικά σήματα

Η μελέτη εξετάζει και τις επιπτώσεις στην αγορά.

Διαπιστώνει ότι όταν πραγματοποιείται μια κανονική υποβάθμιση ESG, η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας μειώνεται κατά μέσο όρο 2,8% μέσα στον επόμενο χρόνο.

Αντίθετα, όταν μια υποβάθμιση που θα δικαιολογούσαν τα δεδομένα δεν υλοποιείται, η αγορά δεν λαμβάνει αυτό το σήμα και η τιμή της μετοχής παραμένει ουσιαστικά ανεπηρέαστη.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, για μια εταιρεία χρηματιστηριακής αξίας 10 δισ. δολαρίων, η μη πραγματοποίηση μιας αναμενόμενης υποβάθμισης αντιστοιχεί σε αποφυγή απώλειας χρηματιστηριακής αξίας ύψους περίπου 300 έως 400 εκατ. δολαρίων τους μήνες που ακολουθούν.

Τι σημαίνει για τους επενδυτές

Η έρευνα δεν υποστηρίζει ότι οι αξιολογήσεις ESG είναι αναξιόπιστες, αλλά υπογραμμίζει ότι οι χρήστες τους θα πρέπει να γνωρίζουν πως οι τελικές βαθμολογίες ενδέχεται να μην αποτελούν αποκλειστικά προϊόν της δημοσιευμένης μεθοδολογίας.

Κατά τους συγγραφείς, οι αξιολογήσεις μπορεί να αντανακλούν έναν συμβιβασμό μεταξύ ακρίβειας και σταθερότητας, γεγονός που επηρεάζει τον χρόνο με τον οποίο σημαντικές πληροφορίες ενσωματώνονται στις αγορές.

Όπως επισημαίνει ο Florian Berg, οι επενδυτές θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η επιδίωξη περιορισμού της μεταβλητότητας των αξιολογήσεων μπορεί να καθυστερεί τη μετάδοση κρίσιμων πληροφοριών και, κατ’ επέκταση, να επηρεάζει τις αποδόσεις των χαρτοφυλακίων τους.

Πηγή: MIT Sloan School of Management.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ