Η σύνδεση της βιωσιμότητας με τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο γίνεται όλο και πιο άμεση. Στη νέα έκθεση “Linking Sustainability with Financial Risk Disclosures”, το UNEP Finance Initiative Risk Centre εξετάζει το κενό μεταξύ sustainability risk drivers και πραγματικών οικονομικών επιπτώσεων, από το επίπεδο μιας επιχείρησης έως ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι climate και nature-related risks μπορούν να μεταφραστούν σε έσοδα, κόστη, αποτιμήσεις, ζημιές, πιστωτικό κίνδυνο και τελικά χρηματοπιστωτική αστάθεια.
.
Η UNEP FI υπογραμμίζει ότι τα υφιστάμενα IFRS Accounting Standards ήδη απαιτούν από τις επιχειρήσεις να λαμβάνουν υπόψη οικονομικά σημαντικούς climate-related risks στις οικονομικές τους καταστάσεις. Στην πράξη, όμως, τέτοιες επιπτώσεις συχνά εξακολουθούν να απουσιάζουν ακόμη και όταν είναι material.
Πώς ένας κλιματικός κίνδυνος γίνεται λογιστική ζημιά
Η έκθεση δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για να δείξει πώς μια κλιματική παραδοχή μπορεί να αλλάξει πλήρως την οικονομική εικόνα μιας επένδυσης. Ένας σταθμός ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα αξίας 500 εκατ. δολαρίων, που παράγει 45 εκατ. δολάρια ετήσιας ταμειακής ροής και θεωρείται ότι έχει διάρκεια ζωής 25 ετών, θα κατέγραφε περίπου 20 εκατ. δολάρια ετήσια απόσβεση και 25 εκατ. δολάρια κέρδος. Εάν όμως οι πιέσεις της ενεργειακής μετάβασης μειώσουν την οικονομική ζωή του asset στα δέκα χρόνια, η ετήσια απόσβεση θα μπορούσε να ανέβει στα 50 εκατ. δολάρια, μετατρέποντας το ίδιο asset σε ζημιογόνο κατά 5 εκατ. δολάρια τον χρόνο.
Το παράδειγμα δείχνει ότι το climate risk δεν χρειάζεται κάποιο νέο λογιστικό πλαίσιο για να εμφανιστεί στους αριθμούς. Μπορεί ήδη να επηρεάζει asset lives, impairments, valuations, provisions και decommissioning costs. Η UNEP FI απορρίπτει έτσι το επιχείρημα ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι είναι υπερβολικά μακροπρόθεσμοι ή αβέβαιοι για να ενσωματωθούν στις οικονομικές καταστάσεις, επισημαίνοντας ότι η λογιστική χρησιμοποιεί ήδη forward-looking estimates για αποσβέσεις, goodwill, impairments και προβλέψεις.
Τρεις τρόποι μέτρησης του climate risk
Για να ενσωματωθεί ένας sustainability risk σε χρηματοοικονομική ανάλυση πρέπει πρώτα να μπορεί να μετρηθεί. Η UNEP FI διακρίνει τρεις βασικές προσεγγίσεις: emissions-based, που βασίζονται στο ανθρακικό αποτύπωμα και είναι κυρίως backward-looking· ratings-based, που συνδυάζουν εταιρικές γνωστοποιήσεις και εξωτερικά δεδομένα· και textual/NLP approaches, που αναλύουν εταιρικές ανακοινώσεις, earnings calls και άλλες πηγές και μπορούν να είναι περισσότερο forward-looking.
Ο πίνακας της έκθεσης στη σελίδα 10 δείχνει ότι κάθε προσέγγιση έχει διαφορετικό χρονικό προσανατολισμό και περιορισμούς. Τα emissions metrics περιγράφουν κυρίως το παρελθόν, τα ESG ratings αναμειγνύουν τρέχουσες και μελλοντικές παραμέτρους, ενώ η ανάλυση γλώσσας μπορεί να εντοπίσει πώς μια επιχείρηση αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται κινδύνους που δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί στους ισολογισμούς.
Η UNEP FI αναφέρεται επίσης σε έρευνα σύμφωνα με την οποία οι αγορές αποτιμούν ήδη το transition risk: επιχειρήσεις που δεν εμφανίζονται ενεργές στη διαχείρισή του μπορούν να υφίστανται valuation discount σε σχέση με εταιρείες που δείχνουν πιο προληπτική στάση μέσω επενδύσεων, innovation, hedging ή αλλαγών στη λειτουργία τους.
Η γεωργία δείχνει πώς το climate risk περνά στο κόστος
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η ανάλυση για τη γεωργία και τις εταιρείες ζωικής πρωτεΐνης. Το Coller FAIRR Climate Risk Tool εξετάζει 40 μεγάλους εισηγμένους παραγωγούς υπό διαφορετικά σενάρια θέρμανσης και μετατρέπει παράγοντες όπως το κόστος ζωοτροφών, το heat stress και το carbon pricing σε εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα και στο κόστος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η έκθεση, σε σενάρια θέρμανσης 2°C περίπου οι μισές εταιρείες που αναλύονται θα μπορούσαν να λειτουργούν με ζημιές έως το 2030. Σε επίπεδα άνω των 2°C, το ποσοστό ανεβαίνει περίπου στο 60%. Στη Βόρεια Αμερική, πάνω από 90% της αύξησης των climate-related costs συνδέεται με το feed cost, ενώ στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 75%.
Για μια τράπεζα, η σύνδεση είναι άμεση: όταν αυξάνεται το κόστος ζωοτροφών, επιβαρύνεται η κερδοφορία του πελάτη και, δυνητικά, η ικανότητά του να εξυπηρετήσει το χρέος. Έτσι, ένα climate scenario μπορεί να μετατραπεί σε credit risk metric.
Το biodiversity risk βρίσκεται συχνά εκτός της ίδιας της εταιρείας
Η έκθεση επεκτείνει την ίδια λογική στους κινδύνους για τη φύση. Η απουσία άμεσης χρηματοοικονομικής ζημιάς δεν σημαίνει ότι ένας nature-related risk είναι immaterial, καθώς οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις μπορούν να προηγηθούν της οικονομικής ζημιάς και να λειτουργήσουν ως leading indicators.
Χαρακτηριστικό είναι το case study της Coca-Cola HBC. Η εταιρεία αρχικά εστίαζε τη biodiversity reporting στις άμεσες δραστηριότητές της. Μετά από ευρύτερη χαρτογράφηση, όμως, διαπίστωσε ότι οι σημαντικότερες επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα προέρχονταν κυρίως από upstream δραστηριότητες, ιδίως από land conversion και water withdrawal στους αγροτικούς προμηθευτές.
Αυτές οι εξαρτήσεις μπορούν να μετατραπούν σε water scarcity, supply disruption, υψηλότερο κόστος πρώτων υλών, regulatory pressure και reputational risk. Η περίπτωση αναδεικνύει και ένα κρίσιμο πρόβλημα για τις τράπεζες: αν η αξιολόγηση περιορίζεται στο άμεσο περιβαλλοντικό αποτύπωμα του δανειολήπτη, μπορεί να υποτιμά σημαντικά την πραγματική έκθεση. Για τον λόγο αυτό η UNEP FI δίνει ιδιαίτερη σημασία σε location-specific και value-chain data.
Όταν ένας κίνδυνος γίνεται συστημικός
Οι climate και nature-related risks δεν σταματούν στον ισολογισμό μιας εταιρείας. Η UNEP FI προειδοποιεί ότι όταν πολλές τράπεζες είναι εκτεθειμένες στους ίδιους κλάδους, γεωγραφικές περιοχές ή supply chains, ένα περιβαλλοντικό shock μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα πολλούς ισολογισμούς. Έτσι, μια ζημιά που φαίνεται διαχειρίσιμη σε επίπεδο μεμονωμένης εταιρείας μπορεί να μετατραπεί σε ζήτημα financial stability.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι κίνδυνοι αυτοί είναι συχνά forward-looking, non-linear και ελάχιστα ορατοί στα ιστορικά δεδομένα. Για αυτό οι εποπτικές αρχές χρησιμοποιούν scenario-based stress tests, με τα NGFS scenarios να αποτελούν βασικό σημείο αναφοράς. Μια έγκαιρη και προβλέψιμη κλιματική πολιτική μπορεί να επιτρέψει ομαλότερη προσαρμογή των asset values, ενώ μια καθυστερημένη και disorderly transition αυξάνει τον κίνδυνο μεγαλύτερων συστημικών ζημιών.
Τα τρία τέταρτα των εταιρικών δανείων της Ευρωζώνης εξαρτώνται από τη φύση
Η σύνδεση είναι ακόμη ισχυρότερη για τα nature-related risks. Η UNEP FI επικαλείται ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με την οποία περίπου τα τρία τέταρτα των εταιρικών δανείων στην Ευρωζώνη κατευθύνονται σε επιχειρήσεις που εξαρτώνται έντονα από τουλάχιστον μία οικοσυστημική υπηρεσία, όπως νερό, υγιή εδάφη, επικονίαση ή σταθερές ακτογραμμές.
Αυτό σημαίνει ότι η απώλεια βιοποικιλότητας και η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων δεν είναι περιφερειακό ESG ζήτημα. Μπορούν να μετατραπούν σε ευρείας κλίμακας credit και financial stability risk.
Το κενό χρηματοδότησης της βιοποικιλότητας
Η άλλη πλευρά του προβλήματος είναι η χρηματοδότηση της προστασίας της φύσης. Η έκθεση αναφέρει ότι το ετήσιο biodiversity funding gap εκτιμάται μεταξύ 722 και 967 δισ. δολαρίων. Η ιδιωτική χρηματοδότηση μπορεί να συμβάλει, ιδίως μέσω μοντέλων blended finance που χρησιμοποιούν δημόσια ή φιλανθρωπικά κεφάλαια για να απορροφούν μέρος του αρχικού κινδύνου και να προσελκύουν ιδιώτες επενδυτές.
Ωστόσο, το UNEP FI είναι σαφές ότι το private capital δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αποτελεσματική δημόσια πολιτική. Παράλληλα, οποιαδήποτε ανάπτυξη nature finance προϋποθέτει αξιόπιστη μέτρηση και disclosure των πραγματικών biodiversity.
Από το sustainability narrative στο οικονομικό αποτέλεσμα
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η επόμενη φάση του sustainable finance αφορά τη σύνδεση των sustainability risks με πραγματικά χρηματοοικονομικά μεγέθη. Δεν αρκεί πλέον μια εταιρεία να δηλώνει ότι αντιμετωπίζει climate ή biodiversity risks. Επενδυτές, τράπεζες και εποπτικές αρχές χρειάζονται στοιχεία που δείχνουν πώς αυτοί οι κίνδυνοι επηρεάζουν asset values, operating costs, revenues, provisions, creditworthiness και τελικά την ικανότητα μιας εταιρείας να παραμένει βιώσιμη οικονομικά.
Η UNEP FI ουσιαστικά μετακινεί τη συζήτηση από το «πόσο ESG είναι μια εταιρεία» στο πόσο χρηματοοικονομικά εκτεθειμένη είναι στους κινδύνους του κλίματος και της φύσης. Και όσο αυτά τα δεδομένα γίνονται πιο ακριβή, τόσο περισσότερο climate και nature risk θα ενσωματώνονται στις αποτιμήσεις, στα δάνεια, στα stress tests και στις κεφαλαιακές αποφάσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος.








