Η κλιματική αλλαγή δημιουργεί νέες περιβαλλοντικές προκλήσεις για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, η λειψυδρία και οι ακραίες θερμοκρασίες ασκούν πρόσθετες πιέσεις σε περιοχές που ήδη αντιμετωπίζουν κοινωνικές και οικονομικές δυσκολίες.
Όπως επισημαίνει μιλώντας στο ESG+stories, η κα Ελευθερία Μαρκοζάνη, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, οι κλιματικές μεταβολές δεν αποτελούν από μόνες τους αιτία μετανάστευσης. Ωστόσο, σε συνδυασμό με τις δημογραφικές πιέσεις και τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, επηρεάζουν τη δυνατότητα των ανθρώπων να παραμείνουν στον τόπο τους.
Η προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της συζήτησης για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η κλιματική κινητικότητα.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν αφορά αποκλειστικά τις τρίτες χώρες. Η Νότια Ευρώπη, και ιδιαίτερα η περιοχή της Μεσογείου, βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με κλιματικούς κινδύνους, όπως οι πυρκαγιές, η ξηρασία και η λειψυδρία.
Σύμφωνα με την κα Μαρκοζάνη, καταγράφονται ήδη μετακινήσεις πληθυσμών που συνδέονται με κλιματικούς παράγοντες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα, σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για το Κλίμα και την Υγεία, περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στο εσωτερικό των χωρών τους την περίοδο 2008-2024 λόγω πυρκαγιών και πλημμυρών, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην πρώτη θέση της κατάταξης και την Ισπανία να ακολουθεί.
Η ανθεκτικότητα ως απάντηση στην κλιματική κινητικότητα
Το νέο ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, που τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2026, περιλαμβάνει νομοθετικές ρυθμίσεις που επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν ορισμένες από τις δομικές προκλήσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μετανάστευση και το άσυλο.
Παράλληλα, στοχεύει στην ενίσχυση της ετοιμότητας της ΕΕ για τη διαχείριση αυξημένων μεταναστευτικών ροών, μέσω μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων, αλληλεγγύης και κοινών διαδικασιών ασύλου. Ωστόσο, δεν προβλέπει ειδικό καθεστώς για την κλιματική μετανάστευση.
Όπως αναφέρει η κα Μαρκοζάνη, οι κλιματικοί παράγοντες αποτελούν σημαντική παράμετρο της εξωτερικής μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ. Οι συμφωνίες με τρίτες χώρες, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσογείου, περιλαμβάνουν μέτρα τόσο για τη μετανάστευση όσο και για την πράσινη και βιώσιμη ανάπτυξη, με δράσεις στους τομείς της ενέργειας, του νερού και της επισιτιστικής ασφάλειας.
Στόχος είναι να ενισχυθούν η προσαρμοστικότητα και η ανθεκτικότητα των πληθυσμών, ώστε να περιοριστούν οι συνθήκες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αναγκαστική μετακίνηση. Με άλλα λόγια, η ΕΕ επιδιώκει να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα βαθύτερα αίτια της μετανάστευσης (root causes).
Η πράσινη μετάβαση ως εργαλείο πρόληψης
Η ενίσχυση της βιώσιμης ανάπτυξης, της κοινωνικής ανθεκτικότητας και της πράσινης και ενεργειακής μετάβασης στις χώρες-εταίρους της ΕΕ μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν στους κατοίκους να παραμείνουν στον τόπο τους, εφόσον το επιθυμούν.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής με τις επενδύσεις στην πράσινη ανάπτυξη και την κλιματική προσαρμογή. Όπως σημειώνει η κα Μαρκοζάνη, η έκθεση Groundswell της Παγκόσμιας Τράπεζας αναδεικνύει τη δυνατότητα των επενδύσεων στην κλιματική προσαρμογή και την ανθεκτικότητα να συμβάλουν στον περιορισμό της κλιματικής κινητικότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο, μέσω της στρατηγικής Global Gateway (Παγκόσμια Πύλη), που αποτελεί βασικό επενδυτικό άξονα του Συμφώνου για τη Μεσόγειο, προωθούνται παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας.
Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση συστημάτων «έξυπνης άρδευσης» στην Τυνησία, με στόχο τη στήριξη της βιώσιμης γεωργικής παραγωγής, καθώς και οι επενδύσεις στην Αίγυπτο στο πλαίσιο του προγράμματος Nexus of Water, Food and Energy.
Βέβαια, όπως διευκρινίζει η κα Μαρκοζάνη, δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα συγκεκριμένα έργα έχουν οδηγήσει σε μείωση της κλιματικής μετανάστευσης, καθώς βρίσκονται ακόμη σε στάδιο υλοποίησης.
Σε διεθνές επίπεδο, το πρόγραμμα Green Gicumbi στη Ρουάντα, με χρηματοδότηση από το Green Climate Fund, αποτελεί παράδειγμα δράσεων που αποσκοπούν στην ενίσχυση της τοπικής ανθεκτικότητας στη γεωργία, στη διαχείριση του νερού και στην επισιτιστική ασφάλεια.
Η πρόσβαση σε βασικούς φυσικούς πόρους, η ενεργειακή επάρκεια και η δυνατότητα διατήρησης της αγροτικής παραγωγής αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κοινωνικής σταθερότητας. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι μόνο η αποτελεσματικότερη διαχείριση της μετανάστευσης, αλλά και η δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να συνεχίσουν να ζουν και να αναπτύσσονται στον τόπο τους, ακόμη και σε ένα μεταβαλλόμενο κλιματικό περιβάλλον.
