Λιγότεροι δείκτες, μικρότερες εκθέσεις και περισσότερη ευελιξία. Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει η Ευρωπαϊκή Ένωση με τα αναθεωρημένα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Αναφοράς Βιωσιμότητας, τα γνωστά ESRS.
.
Τα νέα πρότυπα δημοσιεύθηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθενται σε ισχύ στις 10 Νοεμβρίου. Η υποχρεωτική εφαρμογή τους, ωστόσο, ξεκινά για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2027. Αυτό σημαίνει ότι οι πρώτες υποχρεωτικές εκθέσεις με βάση το νέο πλαίσιο θα δημοσιευθούν το 2028.
Ο Νοέμβριος, επομένως, δεν αποτελεί μια ξαφνική ημερομηνία συμμόρφωσης. Είναι η στιγμή κατά την οποία οι αλλαγές αποκτούν πλήρη νομική ισχύ και οι επιχειρήσεις μπορούν πλέον να σχεδιάσουν τη μετάβασή τους με βάση τους οριστικούς κανόνες.
Η αναθεώρηση έρχεται μετά τον πρώτο δύσκολο κύκλο εφαρμογής της CSRD, όταν πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με εκατοντάδες απαιτήσεις, σύνθετες διαδικασίες συλλογής δεδομένων και εκθέσεις εκατοντάδων σελίδων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί τώρα να περιορίσει τη γραφειοκρατία, χωρίς –όπως υποστηρίζει– να αποδυναμώσει την ποιότητα της πληροφόρησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, τα υποχρεωτικά datapoints μειώνονται κατά περισσότερο από 60% και το σύνολο των υποχρεωτικών και προαιρετικών σημείων αναφοράς κατά πάνω από 70%. Η εκτιμώμενη μείωση του κόστους reporting ξεπερνά το 30% ανά επιχείρηση.
Το μεγάλο στοίχημα, όμως, δεν είναι να δημοσιεύονται απλώς μικρότερες εκθέσεις. Είναι να γίνουν περισσότερο χρήσιμες, κατανοητές και ουσιαστικές.
Τι αλλάζει στην πράξη: Από το «reporting για το reporting» στην ουσιώδη πληροφορία
Τα ESRS ορίζουν ποιες πληροφορίες βιωσιμότητας πρέπει να δημοσιοποιούν οι επιχειρήσεις που υπάγονται στην ευρωπαϊκή οδηγία CSRD. Καλύπτουν θέματα όπως οι εκπομπές άνθρακα, η κατανάλωση νερού, η βιοποικιλότητα, η κυκλική οικονομία, οι εργαζόμενοι, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η επιχειρηματική δεοντολογία.
Στην πρώτη τους εκδοχή, τα πρότυπα ήταν ιδιαίτερα αναλυτικά. Οι εταιρείες έπρεπε να εξετάζουν μεγάλο αριθμό πιθανών επιπτώσεων, κινδύνων και ευκαιριών, να συγκεντρώνουν δεδομένα από διαφορετικά τμήματα και συχνά να αναζητούν πληροφορίες σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας τους.
Τα αναθεωρημένα ESRS επιχειρούν να μεταφέρουν το βάρος από την ποσότητα των γνωστοποιήσεων στην ποιότητά τους.
Με απλά λόγια, το νέο πλαίσιο φέρνει πέντε βασικές αλλαγές:
-
Μειώνονται σημαντικά τα δεδομένα που μπορεί να απαιτείται να δημοσιοποιηθούν.
-
Περιορίζονται οι επαναλήψεις ανάμεσα στις διαφορετικές ενότητες της έκθεσης.
-
Δίνεται μεγαλύτερη ευελιξία στην παρουσίαση και οργάνωση των πληροφοριών.
-
Απλοποιείται η διαδικασία αξιολόγησης των ουσιωδών θεμάτων.
-
Διευκολύνεται η χρήση τεκμηριωμένων εκτιμήσεων όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία από την αλυσίδα αξίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση θα διαγράφει αυτομάτως το 60% των δεδομένων που δημοσίευε μέχρι σήμερα. Η πραγματική μείωση θα εξαρτηθεί από τον κλάδο, τη δραστηριότητα, τη γεωγραφική παρουσία και τα θέματα που θεωρούνται ουσιώδη για κάθε εταιρεία.
Μια ενεργειακή επιχείρηση, για παράδειγμα, θα συνεχίσει να χρειάζεται εκτενή στοιχεία για τις εκπομπές και την κλιματική μετάβαση. Μια εταιρεία τροφίμων μπορεί να χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες για το νερό, τη γεωργική παραγωγή και τη βιοποικιλότητα. Αντίστοιχα, μια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ενδέχεται να δίνει μεγαλύτερο βάρος στο ανθρώπινο δυναμικό, στις ίσες ευκαιρίες και στην εταιρική διακυβέρνηση.
Η απλοποίηση, συνεπώς, δεν είναι ίδια για όλους.
Η διπλή ουσιαστικότητα μένει – αλλά γίνεται πιο στοχευμένη
Στην καρδιά των ESRS παραμένει η αρχή της διπλής ουσιαστικότητας. Πρόκειται για έναν όρο που συχνά δημιουργεί σύγχυση, αν και η λογική του είναι σχετικά απλή.
Μια επιχείρηση πρέπει να εξετάζει τα ζητήματα βιωσιμότητας από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις:
Η πρώτη είναι η ουσιαστικότητα των επιπτώσεων. Εξετάζει πώς η δραστηριότητα της εταιρείας επηρεάζει το περιβάλλον και τους ανθρώπους. Για παράδειγμα, ποιες είναι οι εκπομπές της, πόσο νερό καταναλώνει, πώς επηρεάζει τη βιοποικιλότητα ή ποιες συνθήκες εργασίας επικρατούν στην εφοδιαστική της αλυσίδα.
Η δεύτερη είναι η χρηματοοικονομική ουσιαστικότητα. Εξετάζει πώς τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα μπορούν να επηρεάσουν την ίδια την επιχείρηση: τα έσοδα, τις εγκαταστάσεις, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, το κόστος ασφάλισης ή τη δυνατότητα συνέχισης της παραγωγής.
Η λειψυδρία, για παράδειγμα, μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα περιβαλλοντική επίπτωση και οικονομικό κίνδυνο. Μια εταιρεία μπορεί να επιβαρύνει τους τοπικούς υδάτινους πόρους, αλλά παράλληλα να κινδυνεύει να περιορίσει την παραγωγή της εάν αυτοί οι πόροι εξαντληθούν.
Η διπλή ουσιαστικότητα δεν καταργείται με τα νέα πρότυπα. Αυτό που αλλάζει είναι η μεθοδολογία. Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζεται να αρχίζουν από μια σχεδόν απεριόριστη λίστα πιθανών θεμάτων. Μπορούν να ξεκινούν από τη στρατηγική, το επιχειρηματικό μοντέλο, τον κλάδο και τις περιοχές στις οποίες δραστηριοποιούνται και, από εκεί, να εντοπίζουν τις σημαντικότερες επιπτώσεις, τους κινδύνους και τις ευκαιρίες.
Η αλλαγή αυτή μπορεί να περιορίσει τη γραφειοκρατία. Αυξάνει, όμως, τη σημασία της τεκμηρίωσης. Όταν μια εταιρεία αποφασίζει ότι ένα θέμα δεν είναι ουσιώδες, θα πρέπει να μπορεί να εξηγήσει με ποια στοιχεία και ποια κριτήρια κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα.
Το κρίσιμο δίλημμα για τις ελληνικές επιχειρήσεις
Για τις εταιρείες που έχουν ήδη ξεκινήσει να δημοσιεύουν εκθέσεις βάσει CSRD, το 2026 λειτουργεί ως μεταβατικό έτος. Έχουν τρεις βασικές επιλογές:
-
Να συνεχίσουν με τα υφιστάμενα ESRS.
-
Να εφαρμόσουν τα υφιστάμενα πρότυπα αξιοποιώντας ορισμένες από τις νέες διευκολύνσεις.
-
Να υιοθετήσουν πλήρως τα αναθεωρημένα ESRS πριν αυτά γίνουν υποχρεωτικά.
Όποια διαδρομή και αν επιλέξουν, θα πρέπει να αναφέρουν καθαρά στην έκθεσή τους ποια έκδοση εφάρμοσαν.
Η απόφαση δεν αφορά μόνο το τμήμα βιωσιμότητας. Επηρεάζει τα οικονομικά τμήματα, τις προμήθειες, το ανθρώπινο δυναμικό, τη διαχείριση κινδύνων, τα πληροφοριακά συστήματα, τη διοίκηση και τους εξωτερικούς ελεγκτές.
Μια επιχείρηση που έχει ήδη οργανώσει τη συλλογή δεδομένων με βάση τα αρχικά ESRS μπορεί να επιλέξει να μην αλλάξει μεθοδολογία στη μέση της χρήσης. Μια άλλη μπορεί να θεωρήσει ότι η πρόωρη εφαρμογή θα μειώσει τον φόρτο εργασίας και θα την προετοιμάσει καλύτερα για το 2027.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς ποια επιλογή συνεπάγεται λιγότερα δεδομένα. Είναι ποια εξασφαλίζει συνέχεια, συγκρισιμότητα και αξιοπιστία.
Παράλληλα, το Omnibus I έχει περιορίσει σημαντικά την περίμετρο της CSRD. Στο υποχρεωτικό reporting παραμένουν κυρίως οι επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τόσο τους 1.000 εργαζομένους όσο και τα 450 εκατ. ευρώ καθαρού κύκλου εργασιών.
Για αρκετές ελληνικές εταιρείες αυτό μπορεί να σημαίνει έξοδο από την υποχρεωτική περίμετρο. Δεν σημαίνει, όμως, ότι εξαφανίζεται και η ανάγκη για ESG δεδομένα.
Οι τράπεζες θα εξακολουθήσουν να ζητούν πληροφορίες για την αξιολόγηση κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων. Οι μεγάλοι πελάτες θα συνεχίσουν να καταγράφουν τις εκπομπές και τις επιπτώσεις της εφοδιαστικής τους αλυσίδας. Οι εξαγωγικές επιχειρήσεις θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις διεθνών συνεργατών και ομίλων.
Με άλλα λόγια, μια εταιρεία μπορεί να βρεθεί εκτός CSRD, αλλά όχι εκτός της αγοράς των δεδομένων βιωσιμότητας.
Το νέο πρότυπο για τις ΜμΕ: Λιγότερα ερωτηματολόγια, κοινή γλώσσα
Εδώ αποκτά σημασία το νέο εθελοντικό πρότυπο βιωσιμότητας για τις επιχειρήσεις που δεν υπάγονται στην CSRD.
Ο στόχος του είναι να δημιουργήσει μια κοινή, αναλογική βάση δεδομένων, ώστε οι μικρότερες επιχειρήσεις να μπορούν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις τραπεζών, επενδυτών και μεγάλων πελατών χωρίς να συμπληρώνουν κάθε φορά διαφορετικά και ιδιαίτερα σύνθετα ερωτηματολόγια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το λεγόμενο value chain cap. Οι επιχειρήσεις που υπάγονται στην CSRD δεν μπορούν, για τις ανάγκες της δικής τους συμμόρφωσης, να απαιτούν από προστατευόμενες μικρότερες εταιρείες της αλυσίδας αξίας περισσότερες πληροφορίες από όσες προβλέπει το εθελοντικό πρότυπο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ερωτήσεις προς τις ΜμΕ σταματούν. Σημαίνει ότι αποκτούν ένα πιο σαφές και κοινό όριο.
Για τις ελληνικές ΜμΕ, ιδιαίτερα όσες λειτουργούν ως προμηθευτές μεγάλων ομίλων ή έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό, το πρότυπο μπορεί να εξελιχθεί σε ένα πρακτικό «διαβατήριο» ESG πληροφόρησης. Η συγκέντρωση βασικών στοιχείων για ενέργεια, εκπομπές, εργαζομένους και επιχειρηματική δεοντολογία μπορεί να διευκολύνει όχι μόνο τις εμπορικές συνεργασίες, αλλά και την πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Η EFRAG αναμένεται να διαθέσει από τον Νοέμβριο μεταφράσεις της σχετικής καθοδήγησης στις γλώσσες της ΕΕ, καθώς και επικαιροποιημένο ψηφιακό υπόδειγμα για την οργάνωση των στοιχείων.
Η νέα περίοδος των ESRS δεν φέρνει, λοιπόν, το τέλος του ESG reporting. Φέρνει μια προσπάθεια να απομακρυνθεί το reporting από τη λογική της εξαντλητικής καταγραφής και να συνδεθεί περισσότερο με τις αποφάσεις της διοίκησης.
Η επιτυχία της μεταρρύθμισης δεν θα κριθεί από το πόσες σελίδες θα αφαιρεθούν από τις εκθέσεις. Θα κριθεί από το εάν οι λιγότερες πληροφορίες που θα παραμένουν θα είναι περισσότερο αξιόπιστες, συγκρίσιμες και χρήσιμες — για τις επιχειρήσεις, τους επενδυτές και την κοινωνία.








