Την έναρξη ενός νέου κύκλου θέρμανσης στον Ειρηνικό Ωκεανό ανακοίνωσε η Εθνική Υπηρεσία Ωκεανών και Ατμόσφαιρας των ΗΠΑ (NOAA), σηματοδοτώντας την επιστροφή ενός από τα σημαντικότερα φυσικά κλιματικά φαινόμενα του πλανήτη, το οποίο μπορεί να επηρεάσει τις θερμοκρασίες, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και την παγκόσμια οικονομία.
.
Σύμφωνα με τη NOAA, το El Niño αναπτύχθηκε κατά τον τελευταίο μήνα, καθώς οι θερμοκρασίες της επιφάνειας της θάλασσας στον κεντρικό και ανατολικό ισημερινό Ειρηνικό ξεπέρασαν τα φυσιολογικά επίπεδα. Οι θερμοκρασιακές αποκλίσεις ξεπέρασαν το όριο των 0,5 βαθμών Κελσίου που χρησιμοποιεί η αμερικανική υπηρεσία για την επίσημη αναγνώριση του φαινομένου, φθάνοντας έως και τους 2,1 βαθμούς Κελσίου σε τμήματα του ανατολικού Ειρηνικού.
Παράλληλα, η NOAA αύξησε την πιθανότητα εκδήλωσης ενός «πολύ ισχυρού» επεισοδίου El Niño στο 63%, από 35% προηγουμένως. Ένα τέτοιο σενάριο προϋποθέτει διατηρούμενη άνοδο της θερμοκρασίας των υδάτων του ισημερινού Ειρηνικού πάνω από τους 2 βαθμούς Κελσίου, κατατάσσοντας το φαινόμενο μεταξύ των ισχυρότερων που έχουν καταγραφεί από το 1950.
Το El Niño αποτελεί τη θερμή φάση ενός φυσικού κλιματικού κύκλου που εκδηλώνεται στον Ειρηνικό Ωκεανό κάθε δύο έως επτά χρόνια, χωρίς σταθερή περιοδικότητα. Το αντίθετο φαινόμενο, γνωστό ως La Niña, συνδέεται με ψυχρότερες από το φυσιολογικό θερμοκρασίες στην ίδια περιοχή.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι το El Niño συνήθως αυξάνει τη μέση θερμοκρασία του πλανήτη και ενισχύει την πιθανότητα εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως καύσωνες, ξηρασίες, πλημμύρες και ισχυρές καταιγίδες. Παράλληλα, μπορεί να προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή, στις μεταφορές, στις υποδομές και στις αγορές εμπορευμάτων.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (WMO), το φαινόμενο συνδέεται συνήθως με αυξημένες βροχοπτώσεις σε περιοχές της νότιας Νότιας Αμερικής, των νότιων πολιτειών των ΗΠΑ, του Κέρατος της Αφρικής και της κεντρικής Ασίας. Αντίθετα, συχνά προκαλεί ξηρότερες συνθήκες στην Κεντρική Αμερική, στη βόρεια Νότια Αμερική, στην Καραϊβική, στην Αυστραλία, στην Ινδονησία και σε τμήματα της νότιας Ασίας.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στο βόρειο ημισφαίριο, το El Niño μπορεί επίσης να ενισχύσει τη δραστηριότητα των τυφώνων στον κεντρικό και ανατολικό Ειρηνικό, ενώ συνήθως περιορίζει τον σχηματισμό τους στον Ατλαντικό Ωκεανό.
Οι οικονομικές επιπτώσεις ενδέχεται να είναι σημαντικές. Η εμπειρία από προηγούμενα επεισόδια δείχνει ότι το φαινόμενο μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή βασικών αγροτικών προϊόντων, να αυξήσει τη μεταβλητότητα των τιμών και να επιβαρύνει τα συστήματα υγείας και τις δημόσιες υποδομές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ισχυρό El Niño των ετών 2015-2016, το οποίο προκάλεσε τη σοβαρότερη ξηρασία των τελευταίων 35 ετών στη νότια Αφρική, μειώνοντας την παραγωγή καλαμποκιού στην περιοχή κατά περίπου 25%.
Ωστόσο, οι επιστήμονες τονίζουν ότι ακόμη και ένα ιδιαίτερα ισχυρό επεισόδιο δεν εγγυάται ότι όλες οι αναμενόμενες επιπτώσεις θα εκδηλωθούν με τον ίδιο τρόπο σε κάθε περιοχή. Η ένταση, η διάρκεια και η εποχή εκδήλωσης του φαινομένου, καθώς και άλλοι κλιματικοί παράγοντες, επηρεάζουν σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα.
Το νέο επεισόδιο αναμένεται να ενισχυθεί κατά τη διάρκεια του χειμώνα 2026-2027 στο βόρειο ημισφαίριο. Οι μετεωρολογικές υπηρεσίες παρακολουθούν στενά την εξέλιξή του, καθώς οι ισχυρές φάσεις του El Niño συνδέονται συχνά με παγκόσμια ρεκόρ θερμοκρασίας.
Η σχέση του φαινομένου με την κλιματική αλλαγή βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος. Αν και η υπερθέρμανση του πλανήτη δεν προκαλεί άμεσα το El Niño, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μπορεί να ενισχύει τις επιπτώσεις του. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες των ωκεανών και της ατμόσφαιρας αυξάνουν την διαθέσιμη ενέργεια και υγρασία, ενισχύοντας την ένταση ακραίων φαινομένων όπως οι καύσωνες και οι έντονες βροχοπτώσεις.
Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) εκτιμά ότι η συχνότητα εμφάνισης ακραίων επεισοδίων El Niño και La Niña είναι πιθανό να αυξηθεί κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα, καθώς η παγκόσμια θέρμανση μεταβάλλει τις συνθήκες στους ωκεανούς και την ατμόσφαιρα.
Πηγή: Financial Times








