Ο κόσμος εξακολουθεί να χρηματοδοτεί την καταστροφή της φύσης με ποσά πολλαπλάσια εκείνων που κατευθύνονται στην προστασία της βιοποικιλότητας, προειδοποιεί η Σύμβαση του ΟΗΕ για τη Βιολογική Ποικιλότητα, καθώς οι διεθνείς διαπραγματεύσεις στο Ναϊρόμπι ολοκληρώνονται με το βλέμμα στραμμένο στην COP17 του Οκτωβρίου.
.
Σύμφωνα με την εκτελεστική γραμματέα της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα, Άστριντ Σομέικερ, για κάθε ένα δολάριο που δαπανάται για την προστασία της φύσης, περίπου 30 δολάρια κατευθύνονται σε δραστηριότητες που συμβάλλουν στην υποβάθμισή της.
«Το πιο ανησυχητικό από όλα είναι ότι ο κόσμος συνεχίζει να χρηματοδοτεί αυτή την καταστροφή της φύσης», ανέφερε η Σομέικερ κατά την ολοκλήρωση της 28ης συνάντησης του επιστημονικού και τεχνικού συμβουλευτικού οργάνου της Σύμβασης στο Ναϊρόμπι.
Οι συνομιλίες πραγματοποιούνται στην έδρα του Προγράμματος Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών, με τις χώρες να περνούν πλέον από την αξιολόγηση των επιστημονικών δεδομένων στο δυσκολότερο ερώτημα: πώς θα χρηματοδοτηθεί η εφαρμογή των δεσμεύσεων για τη βιοποικιλότητα.
Η Αφρική στο επίκεντρο
Η Αφρική βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, καθώς φιλοξενεί περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας βιοποικιλότητας, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζει ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και διαθέτει περιορισμένους οικονομικούς και τεχνολογικούς πόρους για να ανταποκριθεί.
Η πρώτη παγκόσμια έκθεση προόδου για το Παγκόσμιο Πλαίσιο Βιοποικιλότητας Κουνμίνγκ-Μόντρεαλ, η οποία βασίστηκε σε στοιχεία από 125 χώρες, διαπιστώνει σημαντική κινητοποίηση γύρω από τους 23 στόχους του πλαισίου.
Παράλληλα, όμως, καταγράφονται επίμονες ελλείψεις στη χρηματοδότηση, στην ανάπτυξη ικανοτήτων και στη μεταφορά τεχνολογίας, ιδιαίτερα προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Η έκθεση αναμένεται να αποτελέσει βασικό σημείο αναφοράς για την COP17, η οποία θα πραγματοποιηθεί από τις 19 έως τις 30 Οκτωβρίου στο Γερεβάν της Αρμενίας.
Οι στόχοι του 2030
Το Παγκόσμιο Πλαίσιο Βιοποικιλότητας Κουνμίνγκ-Μόντρεαλ εγκρίθηκε το 2022 από 196 χώρες και περιλαμβάνει 23 συγκεκριμένους στόχους έως το 2030.
Οι στόχοι αυτοί εντάσσονται σε τέσσερις ευρύτερες επιδιώξεις για το 2050: τον περιορισμό της εξαφάνισης ειδών που προκαλείται από ανθρώπινες δραστηριότητες, τη βιώσιμη διαχείριση των οικοσυστημάτων, τη δίκαιη κατανομή των οφελών από τους γενετικούς πόρους και το κλείσιμο του χρηματοδοτικού κενού για τη βιοποικιλότητα.
Σύμφωνα με τη Σομέικερ, τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα είναι κρίσιμα για τη μετάβαση από τις δεσμεύσεις στην εφαρμογή.
Οι κυβερνήσεις καλούνται να ενσωματώσουν περισσότερο τη βιοποικιλότητα στον οικονομικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό τους, ενώ αυξάνεται η πίεση και προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις να λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με την απώλεια της φύσης.
Η COP17 θα αποτελέσει την πρώτη μεγάλη ευκαιρία για συνολική αποτίμηση της εφαρμογής του πλαισίου και, κυρίως, για να διαπιστωθεί πόσο μεγάλη παραμένει η απόσταση ανάμεσα στους στόχους που έχουν συμφωνηθεί και στα μέτρα που εφαρμόζονται στην πράξη.








