Το ακραίο καλοκαίρι του 2026 θα έπρεπε να αποτελέσει σημείο καμπής για την κλιματική πολιτική της Γερμανίας, υποστηρίζει το NewClimate Institute, προειδοποιώντας ότι η κυβέρνηση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, επιβραδύνοντας την ενεργειακή μετάβαση και αποδυναμώνοντας μέτρα στήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
.
Η παρέμβαση έρχεται λίγο πριν από την επανέναρξη των εργασιών της Bundestag, η οποία αναμένεται να εξετάσει μέτρα που έχουν ήδη εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο και τα οποία, σύμφωνα με το NewClimate Institute, θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά την υποστήριξη προς τις ΑΠΕ.
Το ινστιτούτο συνδέει τη συζήτηση αυτή με τις συνέπειες του φετινού καλοκαιριού στη Γερμανία. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, 15.800 άνθρωποι πέθαναν πρόωρα κατά τη διάρκεια των κυμάτων καύσωνα που συνδέθηκαν με την κλιματική αλλαγή, ενώ οι δασικές πυρκαγιές έφτασαν σε πρωτοφανή κλίμακα και ένταση.
Παράλληλα, η στάθμη του Ρήνου υποχώρησε σε ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί, επηρεάζοντας τις μεταφορές με φορτηγίδες και μεταφέροντας μεγαλύτερο μέρος της εμπορευματικής κίνησης στους οδικούς άξονες, με πρόσθετες επιπτώσεις τόσο στο κόστος όσο και στις εκπομπές.
Οι οικονομικές απώλειες από τον καύσωνα εκτιμώνται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Για το NewClimate Institute, τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής δεν αποτελούν πλέον μια μακροπρόθεσμη απειλή, αλλά έναν άμεσο οικονομικό κίνδυνο για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Η κυβέρνηση του καγκελάριου Friedrich Merz έχει ως βασική προτεραιότητα την αναζωογόνηση της γερμανικής οικονομίας. Ωστόσο, κατά το ινστιτούτο, η οικονομική ανάκαμψη δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ανάγκη για ισχυρότερη ενεργειακή μετάβαση και ταχύτερες μειώσεις εκπομπών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η προτεινόμενη μεταρρύθμιση του Renewable Energy Act, του γερμανικού νόμου για τις ΑΠΕ, καθώς και το συνοδευτικό πακέτο για τις συνδέσεις στο δίκτυο.
Οι προτεινόμενες αλλαγές προβλέπουν, μεταξύ άλλων, τον τερματισμό της εγγυημένης μακροπρόθεσμης στήριξης για νέες μικρές φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις και τη μείωση της αποζημίωσης προς παραγωγούς ανανεώσιμης ενέργειας όταν αναγκάζονται να περιορίζουν την παραγωγή τους λόγω ανεπαρκούς χωρητικότητας του δικτύου.
Το NewClimate Institute προειδοποιεί ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αποδυναμώσει βασικούς πυλώνες της γερμανικής ενεργειακής μετάβασης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανανεώσιμες πηγές καλύπτουν πλέον σχεδόν το 60% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Παρά τις δηλώσεις του Friedrich Merz κατά την επίσκεψή του σε περιοχές που επλήγησαν από πυρκαγιές ότι η κυβέρνηση θέλει να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής, το NewClimate Institute εκτιμά ότι η πολιτική κατεύθυνση στην πράξη είναι πιο αργή σε αρκετούς βασικούς τομείς.
Η νέα αξιολόγηση των γερμανικών κλιματικών πολιτικών, που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2026, δείχνει ότι για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά οι προβλεπόμενες εκπομπές της Γερμανίας για το 2030 είναι υψηλότερες σε σχέση με την προηγούμενη εκτίμηση του Climate Action Tracker.
Σύμφωνα με την ίδια αξιολόγηση, η Γερμανία απομακρύνεται περισσότερο από τους νομικά δεσμευτικούς στόχους μείωσης εκπομπών για το 2030 και την κλιματική ουδετερότητα έως το 2045. Το Climate Action Tracker εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την κλιματική δράση της χώρας ως «Insufficient».
Στις πολιτικές που, κατά το NewClimate Institute, επιβραδύνουν την πρόοδο περιλαμβάνονται η ενισχυμένη στήριξη προς το ορυκτό φυσικό αέριο, η χαλάρωση της προσέγγισης για τη μετάβαση στα οχήματα μηδενικών εκπομπών, η μείωση της φορολογίας στις πτήσεις, η κατάργηση της προηγούμενης απαίτησης για νέα συστήματα θέρμανσης με τουλάχιστον 65% ανανεώσιμη ενέργεια και η μεγαλύτερη χρήση διεθνών carbon credits για την επίτευξη κλιματικών στόχων.
Η πολιτική της Γερμανίας έχει, σύμφωνα με το ινστιτούτο, επιπτώσεις πολύ πέρα από τα εθνικά της σύνορα. Ως μεγαλύτερη οικονομία και μεγαλύτερος εκπομπός της Ευρώπης, οι αποφάσεις της επηρεάζουν την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής και, μέσω αυτής, τις διεθνείς αγορές και βιομηχανίες.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για την εν εξελίξει μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, EU ETS. Το NewClimate Institute εκτιμά ότι οι αλλαγές ενδέχεται να μειώσουν τη φιλοδοξία του συστήματος και να επιβραδύνουν τις μειώσεις εκπομπών, επιτρέποντας μεγαλύτερα επίπεδα ρύπανσης από ηλεκτροπαραγωγή και βαριά βιομηχανία.
Μια αποδυνάμωση του ETS θα μπορούσε, σύμφωνα με την ανάλυση, να μειώσει και την αποτελεσματικότητα του Carbon Border Adjustment Mechanism, του CBAM, μέσω του οποίου η ΕΕ επιβάλλει πρόσθετο κόστος σε εισαγωγές προϊόντων υψηλής έντασης άνθρακα.
Το NewClimate Institute σημειώνει ότι το CBAM έχει ήδη επηρεάσει παραγωγικές αποφάσεις χαλυβουργιών στην Κίνα και την Ινδία, δείχνοντας πώς η ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική μπορεί να επηρεάσει τη βιομηχανική συμπεριφορά εκτός Ευρώπης.
Ιδιαίτερη κριτική ασκείται και στην πολιτική της Γερμανίας για τον άνθρακα και το φυσικό αέριο.
Η κυβέρνηση έχει μέχρι στιγμής διατηρήσει ως επίσημο στόχο την πλήρη κατάργηση της ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα έως το 2038, ωστόσο το NewClimate Institute θεωρεί ότι η δέσμευση αυτή γίνεται ολοένα πιο αβέβαιη.
Ο Friedrich Merz έχει θέσει ερωτήματα γύρω από την ημερομηνία εξόδου από τον άνθρακα, επικαλούμενος ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας, ενώ ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας έχουν επαναλάβει την αντίθεσή τους στην κατάργηση της εξόρυξης και της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα έως το 2038.
Παράλληλα, η κυβερνητική συμφωνία συνδέει την απόσυρση μονάδων άνθρακα με την κατασκευή νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο.
Η Γερμανία διαθέτει σήμερα περίπου 32 GW ισχύος ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο και σχεδιάζει να επιδοτήσει επιπλέον 9 GW νέας ισχύος μεγάλης διάρκειας αιχμής, που αναμένεται να καλυφθεί κυρίως από νέες μονάδες αερίου.
Το NewClimate Institute προειδοποιεί ότι αυτή η στρατηγική μπορεί να δημιουργήσει νέα εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα, ιδιαίτερα επειδή η Γερμανία δεν διαθέτει συγκεκριμένο στόχο σταδιακής κατάργησης του φυσικού αερίου.
Η εξάρτηση αυτή ενισχύθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όταν η Γερμανία επιδίωξε να διαφοροποιήσει τις εισαγωγές της μέσω μακροχρόνιων συμφωνιών LNG με χώρες όπως το Κατάρ, η Σενεγάλη και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Αρκετές από αυτές τις συμφωνίες εκτείνονται έως τη δεκαετία του 2040, δηλαδή πολύ κοντά ή ακόμη και πέρα από τον νομικά δεσμευτικό στόχο της Γερμανίας για κλιματική ουδετερότητα το 2045.
Σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες επενδύσεις σε υποδομές εισαγωγής LNG, το ινστιτούτο προειδοποιεί για κίνδυνο fossil fuel lock-in και για δημιουργία stranded assets στο μέλλον.
Το NewClimate Institute υποστηρίζει ότι το φετινό καλοκαίρι, με τις υψηλές θερμοκρασίες, τους θανάτους που συνδέονται με τον καύσωνα, τις πυρκαγιές και τις οικονομικές απώλειες, προσφέρει στη γερμανική κυβέρνηση την ευκαιρία να αλλάξει πορεία.
Αντί για περαιτέρω αποδυνάμωση της στήριξης προς τις ανανεώσιμες πηγές και παράταση της εξάρτησης από άνθρακα και φυσικό αέριο, το ινστιτούτο καλεί τη Γερμανία να ενισχύσει την ενεργειακή μετάβαση και να χρησιμοποιήσει το πολιτικό και οικονομικό της βάρος για να αυξήσει, αντί να μειώσει, τη φιλοδοξία της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής.
Πηγή: NewClimate Institute / Climate Action Tracker








