Σημαντική πρόοδο στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής καταγράφουν περισσότεροι από 10.000 δήμοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της ΕΖΕΣ, ωστόσο οι σημερινοί ρυθμοί δεν επαρκούν ακόμη για την πλήρη επίτευξη των στόχων του 2030.
.
Σύμφωνα με δύο νέες αναλύσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι δήμοι που συμμετέχουν στο πρόγραμμα Σύμφωνο των Δημάρχων για το Κλίμα και την Ενέργεια εκτιμάται ότι θα πετύχουν μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 48,5% έως το 2030. Το ποσοστό αυτό πλησιάζει τον ευρωπαϊκό στόχο για μείωση κατά τουλάχιστον 55% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται του απαιτούμενου ορίου.
Οι μελέτες δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις των τοπικών αρχών αποδίδουν ιδιαίτερα στους τομείς όπου διαθέτουν άμεσες αρμοδιότητες, όπως ο πολεοδομικός σχεδιασμός, οι υποδομές και οι δράσεις ενημέρωσης των πολιτών.
Κτίρια και μεταφορές παραμένουν οι μεγαλύτερες πηγές εκπομπών
Τα κτίρια και οι μεταφορές εξακολουθούν να αποτελούν τις βασικές πηγές ενεργειακής κατανάλωσης και εκπομπών σε τοπικό επίπεδο. Τα κτίρια αντιστοιχούν στο 48% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης και στο 57% των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ οι μεταφορές καλύπτουν το 33% της κατανάλωσης ενέργειας και το 36% των εκπομπών.
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, οι δήμοι εφαρμόζουν μέτρα όπως η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, οι φορολογικές διευκολύνσεις για καθαρά οχήματα και η ανάπτυξη υποδομών βιώσιμης κινητικότητας, όπως ποδηλατόδρομοι.
Άνοδος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας
Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές καταγράφει ισχυρή ανάπτυξη, με ιδιαίτερη αύξηση των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων. Παράλληλα, η αιολική ενέργεια συνεχίζει να ενισχύεται, ενώ η υδροηλεκτρική παραγωγή παραμένει σταθερή.
Σύμφωνα με το JRC, οι ανανεώσιμες πηγές έχουν ήδη συμβάλει σε συνολική μείωση των εκπομπών κατά 22% στους δήμους που έχουν ευθυγραμμίσει τα σχέδιά τους με τους στόχους της ΕΕ για το 2030.
Οι καύσωνες η μεγαλύτερη απειλή
Η ανάλυση δείχνει ότι οι τοπικές αρχές έχουν πλέον σαφέστερη εικόνα των κινδύνων που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή για τις κοινότητές τους. Οι συχνότερα αναφερόμενοι κίνδυνοι είναι οι ακραίες θερμοκρασίες (91% των δήμων), οι έντονες βροχοπτώσεις (87%), οι ξηρασίες και η λειψυδρία (86%) καθώς και οι πλημμύρες και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας (81%).
Παράλληλα, οι στρατηγικές προσαρμογής γίνονται ολοένα και πιο στοχευμένες, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε περιοχής και τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως οι ηλικιωμένοι, τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και οι πολίτες που διαμένουν σε υποβαθμισμένες κατοικίες.
Αυξάνονται οι δράσεις κατά της ενεργειακής φτώχειας
Αν και βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, η ενσωμάτωση μέτρων αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας στις τοπικές στρατηγικές καταγράφει αυξητική τάση. Ήδη το 18% των δήμων έχει εντάξει σχετικές πολιτικές στα σχέδια δράσης του, ενώ το 94% αυτών συνδυάζει τα μέτρα ενεργειακής φτώχειας με τις πολιτικές μείωσης εκπομπών και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι απαιτούνται περισσότερες επενδύσεις, ισχυρότερη πολιτική στήριξη και επιτάχυνση των δράσεων, ώστε η Ευρώπη να παραμείνει στην πορεία επίτευξης του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050.
Πηγή: Joint Research Centre (JRC) – Ευρωπαϊκή Επιτροπή








