ESG+Stories

ΟΗΕ: Οι ΗΠΑ αποτελούν εξαίρεση στη μείωση εκπομπών – Στους 2,6°C η πορεία θέρμανσης

Το Emissions Gap Report 2026 του UNEP δείχνει ότι οι ΗΠΑ αποκλίνουν από την τάση επιβράδυνσης των εκπομπών του G20, ενώ οι σημερινές δεσμεύσεις οδηγούν σε περίπου 2,6°C θέρμανσης.
ΟΗΕ: Οι ΗΠΑ αποτελούν εξαίρεση στη μείωση εκπομπών – Στους 2,6°C η πορεία θέρμανσης

Σε δυσμενέστερη τροχιά σε σχέση με πέρυσι κινείται η παγκόσμια προσπάθεια περιορισμού της κλιματικής αλλαγής, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να ξεχωρίζουν αρνητικά μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών, σύμφωνα με το νέο Emissions Gap Report 2026 του United Nations Environment Programme.

.

Η έκθεση καταγράφει ότι, ενώ οι εκπομπές των χωρών του G20 επιβραδύνθηκαν συνολικά το 2025, οι ΗΠΑ αποτέλεσαν τη «μεγάλη εξαίρεση». Η εξέλιξη συνδέθηκε μεταξύ άλλων με την ισχυρή αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από νέα data centers που εξυπηρετούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και με τον ψυχρό χειμώνα στη Βόρεια Αμερική, ο οποίος αύξησε τη χρήση ορυκτών καυσίμων για θέρμανση.

Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, είναι η απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από την προηγούμενη εθνική κλιματική τους δέσμευση. Σύμφωνα με το UNEP, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού, μαζί με αναθεωρημένες εκτιμήσεις για τις ιστορικές εκπομπές, έχει επιδεινώσει τις προβλέψεις για τη μακροπρόθεσμη υπερθέρμανση.

Στους 2,6°C η θέρμανση ακόμη και με πλήρη εφαρμογή των NDCs

Το UNEP εκτιμά ότι, εάν εφαρμοστούν πλήρως οι σημερινές Nationally Determined Contributions και οι προσπάθειες συνεχιστούν με παρόμοια ένταση μετά το 2030, η παγκόσμια θερμοκρασία θα αυξηθεί κατά περίπου 2,6°C μέσα στον αιώνα.

Με βάση τις υφιστάμενες πολιτικές, χωρίς πλήρη εφαρμογή των δεσμεύσεων, η θέρμανση μπορεί να φθάσει περίπου τους 2,8°C και να συνεχίσει να αυξάνεται στη συνέχεια. Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, όπου εκπληρώνονται τόσο τα NDCs όσο και επιπλέον net-zero targets, η αύξηση περιορίζεται μόνο περίπου στους 2,1°C.

Η εικόνα είναι χειρότερη από τις εκτιμήσεις της προηγούμενης χρονιάς. Σύμφωνα με το UNEP, μέρος της επιδείνωσης οφείλεται στην αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού, ενώ οι νέες εθνικές δεσμεύσεις που κατατέθηκαν έκτοτε είχαν αμελητέα επίδραση στη συνολική πρόβλεψη.

Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο καθώς η Συμφωνία του Παρισιού θέτει ως στόχο τη συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας «πολύ κάτω» από τους 2°C και την προσπάθεια περιορισμού της στους 1,5°C.

Η επιστροφή στους 1,5°C απαιτεί πολύ βαθύτερες περικοπές

Το Emissions Gap Report 2026 αντιμετωπίζει πλέον την προσωρινή υπέρβαση του ορίου των 1,5°C ως ουσιαστικά αναπόφευκτη και εστιάζει στο πόσο μεγάλη και πόσο μακρά θα είναι αυτή η υπέρβαση. Στο χαμηλότερο δυνατό overshoot scenario που εξετάζει η έκθεση, η θερμοκρασία κορυφώνεται περίπου στους 1,7-1,8°C γύρω στα μέσα του αιώνα και επιστρέφει στους ή κάτω από τους 1,5°C έως το 2100, με πιθανότητα περίπου 50%.

Για να επιτευχθεί αυτή η πορεία, οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να μειωθούν κατά 18% έως το 2030, 45% έως το 2035 και 69% έως το 2040, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2025. Αντίθετα, η πλήρης εφαρμογή των σημερινών NDCs οδηγεί μόνο σε μειώσεις της τάξης του 5%-8% έως το 2030 και 11%-15% έως το 2035.

Η απόσταση μεταξύ των δύο διαδρομών καταδεικνύει ότι το λεγόμενο emissions gap παραμένει ιδιαίτερα μεγάλο, παρά την ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ και την υιοθέτηση νέων κλιματικών πολιτικών σε πολλές οικονομίες.

Οι ΗΠΑ αποκλίνουν από την τάση του G20

Σύμφωνα με την έκθεση, οι ΗΠΑ αποτελούν την κύρια εξαίρεση στην επιβράδυνση των εκπομπών μεταξύ των μεγάλων οικονομιών του G20 το 2025. Το συγκεκριμένο εύρημα ενισχύει την εικόνα απόκλισης της αμερικανικής πολιτικής από την κατεύθυνση που ακολουθεί μεγάλο μέρος των άλλων βιομηχανικών οικονομιών.

Η κυβέρνηση του προέδρου Donald Trump έχει επεκτείνει τη στήριξη στην παραγωγή και χρήση ορυκτών καυσίμων και έχει απομακρυνθεί από σειρά προηγούμενων ομοσπονδιακών κλιματικών πολιτικών. Η επίδραση αυτής της στροφής δεν περιορίζεται, σύμφωνα με το UNEP, στις εσωτερικές αμερικανικές εκπομπές αλλά αντανακλάται πλέον και στις παγκόσμιες θερμοκρασιακές προβλέψεις. Το ότι οι ΗΠΑ αποτέλεσαν τη βασική εξαίρεση μεταξύ των οικονομιών του G20 το 2025 καταγράφεται και στην ανάλυση που βασίζεται στα στοιχεία της νέας έκθεσης.

Η θέση του Λευκού Οίκου είναι διαφορετική. Εκπρόσωπος της αμερικανικής κυβέρνησης απέρριψε την προσέγγιση του ΟΗΕ, υποστηρίζοντας ότι οι διεθνείς κλιματικές πολιτικές μπορούν να υπονομεύσουν την οικονομική και ενεργειακή ασφάλεια.

Η AI προσθέτει νέα πίεση στην ηλεκτρική κατανάλωση

Η ταχεία ανάπτυξη των data centers που εξυπηρετούν AI εφαρμογές προσθέτει μια νέα διάσταση στη συζήτηση για τις εκπομπές. Η αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε υψηλότερες εκπομπές όταν καλύπτεται από low-carbon power. Σε συστήματα όμως όπου το πρόσθετο φορτίο καλύπτεται από φυσικό αέριο, άνθρακα ή άλλες fossil-fuel μονάδες, η ανάπτυξη της AI μπορεί να δημιουργήσει βραχυπρόθεσμα πρόσθετη πίεση στις εκπομπές. Η αμερικανική περίπτωση αναδεικνύει έτσι έναν νέο climate-energy trade-off: η ψηφιακή ανάπτυξη αυξάνει την ανάγκη για ηλεκτρισμό ακριβώς τη στιγμή που η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί ταχύτερη απανθρακοποίηση του συστήματος παραγωγής.

Οι ΑΠΕ προχωρούν ταχύτερα από τις παλαιότερες εκτιμήσεις

Παρά τη συνολικά αρνητική εικόνα, το UNEP εντοπίζει και σημαντική πρόοδο. Από την υιοθέτηση της Συμφωνίας του Παρισιού, η παγκόσμια εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ έχει αυξηθεί πολύ ταχύτερα από ό,τι προβλεπόταν. Η συνολική renewable electricity capacity έχει αναπτυχθεί περίπου τρεις φορές ταχύτερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, ενώ η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών περίπου επτά φορές ταχύτερα.

Η έκθεση καταγράφει επίσης ότι αξιολογημένες πολιτικές στον ηλεκτρικό τομέα πέτυχαν κατά μέσο όρο μειώσεις εκπομπών περίπου 9%, ενώ οικονομικά εργαλεία όπως emissions trading systems και carbon taxes συνδέθηκαν με μειώσεις 5%-13% στους τομείς όπου εφαρμόστηκαν.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με το UNEP, δεν είναι ότι οι πολιτικές αυτές δεν λειτουργούν, αλλά ότι η εφαρμογή τους δεν έχει ακόμη τη γεωγραφική έκταση και την ταχύτητα που απαιτούνται.

Κάθε πέντε χρόνια με σημερινές εκπομπές προσθέτουν περίπου 0,1°C

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μεγέθη της έκθεσης αφορά το κόστος της καθυστέρησης. Το UNEP εκτιμά ότι κάθε πέντε χρόνια κατά τα οποία οι εκπομπές CO2 παραμένουν περίπου στα σημερινά επίπεδα αυξάνουν την κορυφαία θερμοκρασιακή υπέρβαση κατά περίπου 0,1°C.

Παράλληλα, η επιστροφή στους 1,5°C μετά από overshoot θα απαιτούσε, στο χαμηλότερο σχετικό σενάριο, την απομάκρυνση και μόνιμη αποθήκευση περίπου 320 γιγατόνων CO2 μέσα στον αιώνα, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε οκτώ χρόνια παγκόσμιων εκπομπών CO2 στα επίπεδα του 2024. Το UNEP επισημαίνει ότι οι τεχνολογικές και κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις καθιστούν αβέβαιη την επίτευξη τέτοιας κλίμακας carbon removal.

Το κενό πλέον είναι κυρίως πολιτικό και εφαρμογής

Το μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η τεχνολογική δυνατότητα για ταχύτερη μείωση των εκπομπών υπάρχει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι πριν από μία δεκαετία.

Οι ΑΠΕ είναι φθηνότερες, οι πολιτικές carbon pricing έχουν δώσει μετρήσιμα αποτελέσματα και η ενεργειακή αποδοτικότητα μπορεί να περιορίσει σημαντικά τη ζήτηση. Παρ' όλα αυτά, οι εθνικές πολιτικές εξακολουθούν να απέχουν πολύ από την πορεία που θα περιόριζε την υπέρβαση των 1,5°C στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ António Guterres έκανε λόγο για ανάγκη πολύ ταχύτερων μειώσεων, ενώ η εκτελεστική διευθύντρια του UNEP Inger Andersen τόνισε ότι κάθε πρόσθετο κλάσμα ενός βαθμού αυξάνει τους κινδύνους από καύσωνες, πλημμύρες και πυρκαγιές.

Η φετινή έκθεση υπογραμμίζει συνεπώς ότι το βασικό διακύβευμα δεν είναι πλέον αν ο κόσμος θα υπερβεί προσωρινά τους 1,5°C, αλλά πόσο μεγάλη θα είναι η υπέρβαση, πόσο θα διαρκέσει και αν οι κυβερνήσεις θα καταφέρουν να αντιστρέψουν την πορεία πριν παγιωθούν πολύ υψηλότερα επίπεδα θέρμανσης.

Πηγή: The New York Times

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ