ESG+Stories

Από το 21% στο 4%: Γιατί οι ενεργειακές κοινότητες στην Ευρώπη δεν απογειώνονται;

Η τελευταία έκθεση των Ευρωπαίων Ελεγκτών σημειώνει καθυστερήσεις, γραφειοκρατία και ελλιπή δέσμευση στο όραμα των ενεργειακών κοινοτήτων-Τι συμβαίνει στην Ελλάδα;
Από το 21% στο 4%: Γιατί οι ενεργειακές κοινότητες στην Ευρώπη δεν απογειώνονται;

Η πορεία των ενεργειακών κοινοτήτων στην Ευρώπη φαίνεται να εξελίσσεται πιο αργά από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί. Σύμφωνα με νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, μέχρι τις αρχές του 2025 είχε επιτευχθεί περίπου το 27% του στόχου που είχε τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γεγονός που αναδεικνύει τις δυσκολίες στην υλοποίηση ενός κατά τα άλλα ιδιαίτερα φιλόδοξου εγχειρήματος.

.

Η μεγάλη υπόσχεση της συμμετοχικής ενέργειας

Όταν παρουσιάστηκαν οι ευρωπαϊκές οδηγίες Renewable Energy Directive II (RED II) το 2018 για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και Internal Electricity Market Directive (IEMD) το 2019 για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι ενεργειακές κοινότητες αποτελούσαν ένα από τα πιο ελπιδοφόρα εργαλεία της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Η βασική τους φιλοσοφία ήταν απλή αλλά ουσιαστική: να δώσουν στους πολίτες τη δυνατότητα να γίνουν παραγωγοί καθαρής ενέργειας, να μειώσουν το ενεργειακό τους κόστος και ταυτόχρονα να συμμετέχουν ενεργά στη μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο ενεργειακό σύστημα. Παράλληλα, το μοντέλο αυτό προοριζόταν να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών και στη συμμετοχή των τοπικών αρχών.

Από τις προσδοκίες στην πραγματικότητα

Οκτώ χρόνια μετά, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταλήγει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να φτάσει τους αριθμητικούς στόχους που είχαν τεθεί, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει ελλείψεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο που δυσκολεύουν την ομαλή ανάπτυξη τέτοιων σχημάτων.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα αφορά τον στόχο να λειτουργεί τουλάχιστον μία ενεργειακή κοινότητα από ανανεώσιμες πηγές σε κάθε δήμο της ΕΕ με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων έως το 2025. Με βάση τα στοιχεία της έκθεσης, τον Ιανουάριο του 2025 είχε επιτευχθεί μόλις το 27% αυτού του στόχου, γεγονός που καθιστούσε ιδιαίτερα δύσκολη την κάλυψη του υπόλοιπου ποσοστού μέσα στους τελευταίους μήνες πριν από τη λήξη της προθεσμίας.

Όταν οι προβλέψεις συναντούν τα πραγματικά δεδομένα

Η απόσταση ανάμεσα στις αρχικές εκτιμήσεις και τη σημερινή πραγματικότητα γίνεται ακόμη πιο εμφανής στις προβλέψεις για το 2030. Στην εκτίμηση επιπτώσεων της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είχε αναφερθεί ότι οι ενεργειακές κοινότητες θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν περίπου το 21% της ηλιακής και το 17% της αιολικής δυναμικότητας στην Ευρώπη. Ωστόσο, η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου εκτιμά ότι το πραγματικό ποσοστό μπορεί τελικά να φτάσει μόλις στο 4%.

Πίσω από αυτή την υστέρηση βρίσκονται, σύμφωνα με τους ελεγκτές, σειρά από χρόνια ρυθμιστικά ζητήματα. Οι ορισμοί που χρησιμοποιεί η ΕΕ για τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας και τις ενεργειακές κοινότητες πολιτών θεωρούνται συχνά ασαφείς, δημιουργώντας σύγχυση τόσο στα κράτη μέλη όσο και στους ίδιους τους πολίτες που θα ήθελαν να συμμετάσχουν σε τέτοια σχήματα. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι σε ορισμένες χώρες οι εθνικές κυβερνήσεις χρησιμοποιούν έννοιες που δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως με τους ευρωπαϊκούς ορισμούς.

Η γραφειοκρατία ως αντικίνητρο

Η ασάφεια αυτή δεν αποτελεί απλώς μια θεωρητική ή νομική δυσκολία. Στην πράξη μεταφράζεται σε μεγαλύτερη γραφειοκρατία και συχνά λειτουργεί αποτρεπτικά για τους πολίτες. Στις πολυκατοικίες, όπου το 2023 κατοικούσε σχεδόν το 48% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι υφιστάμενες ενώσεις ιδιοκτητών δεν μπορούν συνήθως να λειτουργήσουν απευθείας ως φορείς ενεργειακής κοινότητας. Έτσι, απαιτούνται πρόσθετες νομικές διαδικασίες, οι οποίες αυξάνουν τη διοικητική πολυπλοκότητα και περιορίζουν το ενδιαφέρον συμμετοχής.

Αντίστοιχες προκλήσεις εντοπίζονται και στο επίπεδο των ηλεκτρικών δικτύων. Οι καθυστερήσεις στη σύνδεση νέων έργων και οι περιορισμοί λόγω συμφόρησης του δικτύου δημιουργούν σημαντικά εμπόδια πριν ακόμη μια ενεργειακή κοινότητα ξεκινήσει ουσιαστικά τη λειτουργία της. Η έκθεση εξετάζει παραδείγματα από τέσσερις χώρες – τις Κάτω Χώρες, την Ιταλία, την Πολωνία και τη Ρουμανία – όπου ενεργειακοί συνεταιρισμοί ανέφεραν μέσους χρόνους σύνδεσης που φτάνουν ακόμη και τα δύο έτη. Στις Κάτω Χώρες, για παράδειγμα, η μέση αναμονή φτάνει περίπου τις 1.000 ημέρες, δηλαδή σχεδόν τρία χρόνια, ενώ ένας διαχειριστής δικτύου ανέφερε αύξηση του μέσου χρόνου σύνδεσης κατά 33%, από 210 σε 280 ημέρες την περίοδο 2020–2024.

Η ελληνική εικόνα: πολλοί συνεταιρισμοί, λίγα έργα σε λειτουργία

Η ελληνική εμπειρία παρουσιάζει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του Green Tank, στη χώρα λειτουργούν 1.747 ενεργές ενεργειακές κοινότητες. Από αυτές, ωστόσο, έχει ηλεκτριστεί περίπου το 25%, ενώ η πλειονότητα των έργων αφορά εμπορικές επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και όχι πρωτοβουλίες που στοχεύουν κυρίως στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας ή στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Σε επίπεδο αριθμού κοινοτήτων, πάντως, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα στην Ευρώπη. Για να κατανοήσουμε την τάξη μεγέθους αρκεί να αναφέρουμε ότι η Κροατία διαθέτει μόλις τρεις ενεργειακές κοινότητες, ενώ η Ιταλία περίπου πεντακόσιες.

Το κλειδί των έξυπνων μετρητών

Παρά τη σχετικά υψηλή συμμετοχή σε επίπεδο σχημάτων, η τεχνολογική υποδομή παραμένει πρόκληση. Ένα βασικό εργαλείο για τη διαφανή και αποτελεσματική λειτουργία των ενεργειακών κοινοτήτων είναι οι έξυπνοι μετρητές, οι οποίοι επιτρέπουν την ακριβή καταγραφή παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας και διευκολύνουν τη διαχείριση της ενέργειας μεταξύ των μελών.

Στην Ελλάδα η ευρεία εγκατάσταση έξυπνων μετρητών ξεκίνησε μόλις πρόσφατα, στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Διαχειριστή Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ). Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία, οι εγκατεστημένοι έξυπνοι μετρητές φτάνουν σήμερα περίπου τα 1,3 εκατομμύρια, ενώ έως το τέλος του έτους ο ΔΕΔΔΗΕ αναμένεται να παρέχει πιστοποιημένα δεδομένα μέτρησης για συνολικά 2,3 εκατομμύρια μετρητές. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, προτεραιότητα έχει δοθεί κυρίως σε μεγάλους καταναλωτές και όχι σε συνεταιριστικά σχήματα όπως οι ενεργειακές κοινότητες.

Ανάμεσα σε όραμα και εφαρμογή

Τα ευρήματα της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά και η εμπειρία από την Ελλάδα, δείχνουν ότι οι ενεργειακές κοινότητες εξακολουθούν να κινούνται ανάμεσα σε μια ιδιαίτερα ελκυστική ιδέα και μια πιο απαιτητική εφαρμογή στην πράξη. Η προοπτική μιας συμμετοχικής και αποκεντρωμένης ενεργειακής αγοράς παραμένει σημαντική για την ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση. Αν όμως η Ευρώπη θέλει πράγματι να μετατρέψει τους πολίτες σε ενεργούς και ανεξάρτητους παραγωγούς ενέργειας, τότε θα χρειαστεί να επιταχύνει τις θεσμικές και τεχνολογικές αλλαγές που θα επιτρέψουν στο μοντέλο των ενεργειακών κοινοτήτων να αναπτυχθεί ουσιαστικά. Διαφορετικά, ο θησαυρός των ενεργειακών κοινοτήτων κινδυνεύει να παραμείνει μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση και στις επόμενες εκθέσεις των ευρωπαίων ελεγκτών.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ