Η υποχώρηση επιχειρήσεων και asset managers από προηγούμενες κλιματικές δεσμεύσεις δημιουργεί ένα βασικό ζήτημα εταιρικής διακυβέρνησης: ποιος αποφασίζει τελικά πόσο βάρος πρέπει να δίνει μια εταιρεία στην κλιματική μετάβαση; Για τον John Flint, πρώην CEO της HSBC, η απάντηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στα διοικητικά συμβούλια και στους μεγάλους θεσμικούς επενδυτές. Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του κεφαλαίου –οι αποταμιευτές, οι συνταξιούχοι και οι retail investors– πρέπει να αποκτήσουν άμεσο λόγο.
Η αφετηρία του επιχειρήματος είναι απλή. Εάν ερωτηθούν οι πολίτες αν τους ενδιαφέρει ένας κατοικήσιμος πλανήτης για τα παιδιά και τα εγγόνια τους, η απάντηση είναι αυτονόητη. Παρ’ όλα αυτά, κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και επενδυτές δεν κινούνται με τον ρυθμό που απαιτεί το πρόβλημα, παρά τις δεσμεύσεις για net zero.
Το πρόβλημα, κατά τον Flint, δεν είναι απαραίτητα ότι όλοι δρουν παράλογα. Μπορεί κάθε επιμέρους παίκτης να ενεργεί ορθολογικά μέσα στα όρια και τα κίνητρα που του έχουν δοθεί, αλλά το συνολικό σύστημα να παράγει ένα αποτέλεσμα που δεν είναι επαρκές για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Το κράτος δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει μόνο του τη μετάβαση
Οι κυβερνήσεις έχουν αποδείξει ότι μπορούν να δημιουργήσουν τα κατάλληλα οικονομικά κίνητρα όταν υπάρχει σαφής στρατηγική. Ο Flint χρησιμοποιεί ως παράδειγμα τη μετάβαση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ηλεκτροπαραγωγή με άνθρακα, όπου η ρυθμιστική κατεύθυνση, το emissions trading και οι συμβάσεις διαφοράς για τις ΑΠΕ έδωσαν στις επιχειρήσεις αρκετή προβλεψιμότητα ώστε να επενδύσουν.
Ωστόσο, τα δημόσια οικονομικά στις περισσότερες δυτικές οικονομίες βρίσκονται υπό πίεση. Η ιδέα ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να καλύψουν από μόνες τους το κόστος της ενεργειακής και κλιματικής μετάβασης δεν είναι πλέον ρεαλιστική.
Το ιδιωτικό κεφάλαιο πρέπει επομένως να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του βάρους.
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα. Οι θεσμικοί διαχειριστές κεφαλαίων έχουν ισχυρό κίνητρο να προστατεύουν το risk-return profile των χαρτοφυλακίων τους. Μπορούν να ζητούν από το κράτος να απορροφά μεγαλύτερο μέρος του transition cost, διατηρώντας παράλληλα τις δικές τους αποδόσεις.
Ο Flint θεωρεί ότι η πρόσφατη υποχώρηση πολλών επιχειρήσεων από climate commitments δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να εμφανιστεί αυτή η αντίφαση.
Ποιος έδωσε στα boards εντολή να κάνουν πίσω;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα που θέτει αφορά τη νομιμοποίηση των αποφάσεων των διοικητικών συμβουλίων.
Κάθε εταιρεία, υποστηρίζει, θα έπρεπε να διαθέτει σαφές σχέδιο για τον ρόλο της στην κλιματική μετάβαση. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επιθυμίες των ιδιοκτητών της εταιρείας, των πελατών της και των εργαζομένων της.
Άρα, όταν ένα board αποδυναμώνει ή εγκαταλείπει προηγούμενες climate commitments, τίθεται το ερώτημα: έχει πράγματι την υποστήριξη των shareholders για αυτή την αλλαγή ή απλώς θεωρεί ότι την έχει;
Συνήθως, η απάντηση των boards είναι ότι βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία με τους μεγαλύτερους institutional investors. Έχουν συναντήσει τους μεγαλύτερους shareholders, έχουν μιλήσει με fund managers και ESG analysts και θεωρούν ότι γνωρίζουν τι θέλει η επενδυτική βάση.
Για τον Flint, όμως, εδώ βρίσκεται το βασικό κενό του συστήματος.
Ο πραγματικός ιδιοκτήτης βρίσκεται αρκετά βήματα μακριά
Ο fund manager δεν είναι συνήθως ο τελικός ιδιοκτήτης του κεφαλαίου.
Πίσω από ένα pension fund, έναν asset manager ή ένα tracker fund βρίσκονται εκατομμύρια πολίτες που έχουν τοποθετήσει εκεί τις αποταμιεύσεις τους. Ωστόσο, αυτοί οι beneficial owners σπάνια ερωτώνται πώς θέλουν να ψηφίσει ο διαχειριστής τους για μια climate strategy.
Οι ψήφοι ασκούνται συνήθως με βάση το house policy του asset manager, το οποίο με τη σειρά του επηρεάζεται από τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις, τις επενδυτικές πολιτικές και τους reputational risks του ίδιου του διαχειριστή.
Έτσι, μεταξύ του πολίτη που κατέχει ουσιαστικά το κεφάλαιο και της εταιρείας στην οποία αυτό έχει επενδυθεί παρεμβάλλεται μια ολόκληρη αλυσίδα εντολοδόχων.
Για τον Flint, αυτή η accountability chain έχει κατακερματιστεί. Σε ένα τόσο θεμελιώδες θέμα όσο η κλιματική αλλαγή, θεωρεί ότι η απόσταση αυτή δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αποδεκτή.
Climate resolutions που να είναι δεσμευτικές
Η πρότασή του έχει τρία βασικά στοιχεία.
Πρώτον, η κλιματική και περιβαλλοντική ανθεκτικότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θέμα υψηλότερης στρατηγικής σημασίας από πολλά από τα παραδοσιακά ζητήματα που κυριαρχούν στις συνεδριάσεις των boards.
Δεύτερον, οι climate resolutions θα πρέπει να αποτελούν τακτικό μέρος των γενικών συνελεύσεων των εισηγμένων εταιρειών και να μην περιορίζονται σε συμβουλευτικές ψηφοφορίες που το board μπορεί τελικά να αγνοήσει. Κατά τον Flint, οι αποφάσεις αυτές θα πρέπει να έχουν πραγματική επιρροή στη στρατηγική και στο capital allocation.
Τρίτον, η τεχνολογία μπορεί πλέον να επιτρέψει απευθείας σύνδεση ανάμεσα στους beneficial owners και στις ψήφους που ασκούνται για λογαριασμό τους.
Τι απόδοση είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε;
Εδώ βρίσκεται ίσως και η πιο δύσκολη πλευρά της πρότασης.
Οι αποταμιευτές και οι retail investors δεν πρέπει απλώς να ερωτώνται αν «θέλουν να σωθεί ο πλανήτης». Το πραγματικό ερώτημα είναι πιο απαιτητικό: ποιο trade-off είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν μεταξύ βραχυπρόθεσμων οικονομικών αποδόσεων και μακροπρόθεσμης προστασίας του κλίματος και της φύσης;
Μόνο όταν η ερώτηση τίθεται με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει πραγματικά ουσιαστική.
Εάν ένας επενδυτής δηλώνει ότι αποδέχεται χαμηλότερη βραχυπρόθεσμη απόδοση προκειμένου μια εταιρεία να επιταχύνει την απανθρακοποίησή της, αυτή η προτίμηση θα πρέπει να μπορεί να μεταφράζεται σε πραγματική ψήφο.
Αντίστοιχα, αν ένας επενδυτής δίνει προτεραιότητα στις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις, το σύστημα θα πρέπει να το καταγράφει και αυτό.
Το σημαντικό για τον Flint είναι να σταματήσει η σιωπή να ερμηνεύεται ως συναίνεση.
Από το stewardship στο πραγματικό ownership
Η ιδέα αυτή θα άλλαζε και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το stewardship.
Σήμερα, οι μεγάλοι asset managers αποφασίζουν σε σημαντικό βαθμό πώς θα ψηφίσουν για climate policy, executive remuneration, board composition και σειρά άλλων θεμάτων στις εταιρείες όπου επενδύουν.
Η τεχνολογία, όμως, δημιουργεί πλέον τη δυνατότητα να μεταφερθεί ένα μέρος αυτής της εξουσίας στους πραγματικούς owners.
Δεν σημαίνει ότι εκατομμύρια επενδυτές πρέπει να ψηφίζουν για κάθε εταιρική απόφαση. Σημαίνει όμως ότι σε κρίσιμα ζητήματα –και ο Flint θεωρεί την κλιματική στρατηγική ένα από αυτά– μπορεί να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός μέσω του οποίου οι προτιμήσεις των beneficial owners θα μεταφέρονται στους proxy votes των funds.
Ένα τέτοιο σύστημα θα έφερνε μια διαφορετική μορφή δημοκρατίας στο corporate governance.
Τα boardrooms πιο κοντά στους πραγματικούς μετόχους
Το βασικό επιχείρημα είναι τελικά θεσμικό.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί αποκλειστικά από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Και οι εταιρείες δεν μπορούν να παρουσιάζουν την αποδυνάμωση climate commitments ως επιθυμία των shareholders όταν οι περισσότεροι από τους πραγματικούς επενδυτές δεν έχουν ποτέ ερωτηθεί.
Η τεχνολογία δίνει πλέον τη δυνατότητα να κλείσει αυτό το κενό.
Η πρόταση του Flint είναι ουσιαστικά να μεταφερθεί μεγαλύτερο μέρος της εξουσίας από τον asset manager στον πολίτη του οποίου τα χρήματα διαχειρίζεται. Και μαζί με την εξουσία να μεταφερθεί και η ευθύνη της επιλογής.
Γιατί η συζήτηση για το climate investing δεν αφορά μόνο το αν οι επιχειρήσεις πρέπει να αναλάβουν περισσότερη δράση. Αφορά επίσης το ποιος έχει τελικά το δικαίωμα να αποφασίζει ποιο κόστος, ποιο ρίσκο και ποια απόδοση είναι αποδεκτά για να γίνει αυτή η μετάβαση.









