Η ιστορία της κλιματικής αλλαγής είναι, από πολλές απόψεις, εντυπωσιακή. Εδώ και τουλάχιστον έναν αιώνα γνωρίζουμε ότι το διοξείδιο του άνθρακα είναι αέριο που προκαλεί θέρμανση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, οι επιστήμονες άρχισαν να διαμορφώνουν την υπόθεση ότι η ανθρωπογενής αύξηση της συγκέντρωσης CO₂ στην ατμόσφαιρα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα θερμότερο κλίμα.
Ωστόσο, μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η παγκόσμια υπερθέρμανση –ή «κλιματική αλλαγή», όπως πλέον αποκαλείται– άρχισε να μετατρέπεται σε ένα εξαιρετικά ισχυρό παγκόσμιο κίνημα. Σήμερα, παρά την ανοιχτή απόρριψη από τον Ντόναλντ Τραμπ, η κλιματική αλλαγή και η επιλεγμένη λύση της, το «net zero», λειτουργούν ως μηχανή δράσης, αλλαγών και τεράστιων επενδύσεων σε υποδομές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σχεδόν καμία περιοχή δεν έχει μείνει ανεπηρέαστη: περιορίζεται η χρήση ορυκτών καυσίμων και προωθούνται οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με στόχο τη μείωση των εκπομπών CO₂. Τουλάχιστον αυτή είναι η θεωρία.
Μέσα, όμως, στον θόρυβο, το συναίσθημα, τον φόβο και τη συνεχή κινητοποίηση, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: τι ακριβώς πιστεύουμε ότι θα φέρει η κλιματική αλλαγή;
Πολλοί υιοθετούν σχεδόν αυτόματα την ιδέα ότι ο κόσμος οδεύει γρήγορα προς μια αφιλόξενη, φλεγόμενη σφαίρα, που θα αφανίσει κάθε μορφή ζωής αν δεν δράσουμε άμεσα. Μαζί με αυτό, ακούμε προβλέψεις για μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών προς τον Βορρά, για πολέμους νερού, για καταιγίδες, ξηρασίες και πλημμύρες, για κατάρρευση του παγκόσμιου ΑΕΠ, πείνα και θανάτους.
Τι λένε όμως πραγματικά οι ψύχραιμοι επιστήμονες και οικονομολόγοι; Τη μετεωρολογία θα την αφήσω στους ειδικούς. Εδώ θα εξετάσω τον ισχυρισμό ότι η κλιματική αλλαγή θα έχει πραγματικά καταστροφικό αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.
Η σχετική ακαδημαϊκή βιβλιογραφία είναι πρόσφατη, αλλά πλέον εκτενής. Το 2024, δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature μελέτη των Kotz, Levermann και Wenz για τον παγκόσμιο οικονομικό αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής. Πρόκειται για μια σπάνια περίπτωση δημοσίευσης οικονομικού κειμένου στο Nature, πιθανότατα επειδή το θέμα βρισκόταν στη διασταύρωση κλιματικής επιστήμης και οικονομικών.
Οι συγγραφείς –φυσικοί και μαθηματικοί, όλοι συνδεδεμένοι με το Potsdam Institute for Climate Impact Research– κατέληγαν σε αποκαλυπτικά συμπεράσματα. Υποστήριζαν ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ ανά κάτοικο θα μειωθεί μόνιμα κατά 19% έως το 2050 σε σύγκριση με ένα σενάριο «χωρίς κλιματική αλλαγή». Μέχρι το 2100, και σε περίπτωση μη περιορισμού της χρήσης ορυκτών καυσίμων (το γνωστό σενάριο RCP8.5), η μόνιμη απώλεια εισοδήματος θα έφτανε το 60%. Ένα τέτοιο μέλλον θα σήμαινε μαζική φτώχεια και λιμό.
Οι συγγραφείς υποστήριζαν επίσης ότι, λόγω της μεγάλης χρονικής υστέρησης μεταξύ κλιματικής αλλαγής και οικονομικού αντίκτυπου, τίποτα από όσα κάνουμε σήμερα δεν μπορεί να αλλάξει την εικόνα του 2050: η πτώση των εισοδημάτων θεωρείται αναπόφευκτη.
Η μελέτη γνώρισε τεράστια απήχηση και υιοθετήθηκε από σημαντικούς θεσμούς, όπως το U.S. Congressional Budget Office, ο ΟΟΣΑ, η Παγκόσμια Τράπεζα, το UK Office for Budget Responsibility και, κυρίως, το Network for Greening the Financial System – ένα δίκτυο κεντρικών τραπεζών που χρησιμοποιεί τέτοιες προβλέψεις για να καθορίσει πώς και αν μπορούν οι τράπεζες να δανείζουν στο μέλλον.
Όλη αυτή η εικόνα παγκόσμιου συντονισμού κατέρρευσε στις 3 Δεκεμβρίου, όταν το Nature απέσυρε τη μελέτη, επικαλούμενο σοβαρά προβλήματα δεδομένων και μεθοδολογίας, «υπερβολικά εκτεταμένα για απλή διόρθωση». Οι αποσύρσεις άρθρων είναι εξαιρετικά σπάνιες σε ένα περιοδικό όπως το Nature, ειδικά όταν πρόκειται για κείμενα που έχουν περάσει από αυστηρή αξιολόγηση.
Γιατί συνέβη αυτό; Και πώς απέτυχαν οι μηχανισμοί ποιοτικού ελέγχου σε μια μελέτη με τόσο μεγάλες επιπτώσεις στη χάραξη πολιτικής και στη χρηματοπιστωτική ρύθμιση;
Έχοντας μελετήσει τόσο το αποσυρμένο άρθρο όσο και τα δεδομένα του, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα παράδειγμα χρήσης σύγχρονων στατιστικών μοντέλων με στόχο την ενίσχυση μιας συγκεκριμένης αφήγησης: ότι η κλιματική αλλαγή προκαλεί τεράστιες οικονομικές ζημιές και άρα απαιτεί τεράστιο κόστος «μετριασμού».
Η οικονομετρική μοντελοποίηση επιτρέπει πλήθος επιλογών. Θα χρησιμοποιήσεις ΑΕΠ σε δολάρια αγοράς ή σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης; Θα υποθέσεις ότι οι οικονομικές συνθήκες της περιόδου 1950–2020 συνεχίζονται αμετάβλητες; Θα διορθώσεις για την κρίση του 2008;
Με τις ίδιες ακριβώς βάσεις δεδομένων, αλλά με διαφορετικές επιλογές, θα μπορούσε κανείς να κατασκευάσει μοντέλα που δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή δεν έχει καμία επίπτωση – ή ακόμη και ότι βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο. Δεν λέω ότι αυτά τα μοντέλα θα ήταν σωστά· λέω απλώς ότι είναι εφικτά.
Το πιο ανησυχητικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι οι συγγραφείς δεν εξηγούν με απλό τρόπο γιατί μεταβλητές όπως η αύξηση της θερμοκρασίας, η μεταβλητότητα του καιρού ή οι αλλαγές στις βροχοπτώσεις θα έπρεπε να οδηγούν σε τόσο καταστροφική οικονομική κατάρρευση. Οι παγκόσμιες θερμοκρασίες έχουν ήδη αυξηθεί περίπου κατά 1°C, και όμως η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα παραμένει ισχυρή.
Κατά την άποψή μου, η επικρατούσα ορθοδοξία –ότι η κλιματική αλλαγή θα έχει αναπόφευκτα καταστροφικές συνέπειες– έχει επηρεάσει τη σκέψη μιας ολόκληρης γενιάς επιστημόνων. Η απόσυρση της μελέτης ίσως αποτελεί ένδειξη ότι η καλή επιστημονική πρακτική, βασισμένη σε ουδέτερες υποθέσεις και όχι σε προκαθορισμένα συμπεράσματα, αρχίζει να επανέρχεται.
Πηγή: The Telegraph









