Η κλιματική αλλαγή μπορεί σταδιακά να εξελιχθεί από περιβαλλοντική πρόκληση σε συστημικό κίνδυνο για την οικονομία, υποστηρίζει ο Günther Thallinger, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Allianz, τονίζοντας ότι επιχειρήσεις και κυβερνήσεις εξακολουθούν να σχεδιάζουν με πολύ μικρό χρονικό ορίζοντα για να αντιμετωπίσουν κινδύνους που θα εξελιχθούν σε βάθος δεκαετιών.
.
Στο επίκεντρο της σκέψης του βρίσκεται ένα βασικό ερώτημα: μπορεί μια οικονομία να παραμείνει ανταγωνιστική και να εξασφαλίσει ευημερία χωρίς βιωσιμότητα; Για τον Thallinger, η απάντηση συνδέεται άμεσα με τα οικολογικά όρια του πλανήτη, αλλά και με την ανάγκη να εξασφαλιστεί ένα ελάχιστο επίπεδο ευημερίας για τον παγκόσμιο πληθυσμό.
Όπως επισημαίνει, σήμερα ο κόσμος αποτυγχάνει και στα δύο μέτωπα: μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν έχουν επιτύχει το επιθυμητό επίπεδο ευημερίας, ενώ παράλληλα έχουν ήδη ξεπεραστεί έξι από τα εννέα λεγόμενα «πλανητικά όρια».
Τα ακραία καιρικά φαινόμενα κάνουν το οικονομικό σκέλος του προβλήματος ολοένα πιο εμφανές. Πυρκαγιές, πλημμύρες, χαλαζοπτώσεις, ξηρασίες, μειωμένες αγροτικές αποδόσεις και χαμηλές στάθμες ποταμών επηρεάζουν πλέον επιχειρήσεις και υποδομές σε πολλές περιοχές της Ευρώπης.
Για έναν ασφαλιστικό όμιλο όπως η Allianz, η αλλαγή αυτή έχει άμεση σημασία. Ο Thallinger υπογραμμίζει ότι οι ασφαλιστές πρέπει να προσδιορίζουν με διαφάνεια τις περιοχές όπου αυξάνονται οι κίνδυνοι από την υπερθέρμανση του πλανήτη, ώστε οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να μπορούν να λαμβάνουν καλύτερα μέτρα πρόληψης.
Παρά τη βελτίωση των συστημάτων πρόληψης και αντιμετώπισης πυρκαγιών, οι οικονομικές ζημιές από δασικές πυρκαγιές κατά την τελευταία δεκαετία είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, σημαντικά μεγαλύτερες σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Μεγάλα τμήματα της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου θα συνεχίσουν επομένως να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο.
Η απάντηση της ασφαλιστικής αγοράς δεν μπορεί να περιορίζεται στην αύξηση των ασφαλίστρων. Χρειάζονται νέα ασφαλιστικά προϊόντα, υπηρεσίες διαχείρισης κινδύνου και, κυρίως, μεγαλύτερες επενδύσεις στην προσαρμογή.
Όταν η κλιματική αλλαγή γίνεται συστημικός κίνδυνος
Το κρίσιμο ζήτημα είναι μέχρι πότε σπίτια, αγροτικές εκμεταλλεύσεις, επιχειρήσεις, δρόμοι και λιμάνια θα εξακολουθούν να είναι ασφαλίσιμα με οικονομικά βιώσιμο τρόπο.
Κατά τον Thallinger, εφόσον οι κοινωνίες προσαρμόζονται αποτελεσματικά στους νέους κινδύνους, η ασφαλισιμότητα μπορεί να διατηρηθεί σε λογικά επίπεδα τιμών. Εάν όμως το συνολικό επίπεδο κινδύνου συνεχίσει να αυξάνεται, κάποια στιγμή θα εμφανιστούν όρια.
Η λειτουργία της ασφάλισης βασίζεται στη δυνατότητα γεωγραφικής και οικονομικής διασποράς του κινδύνου. Όσο όμως η κλιματική αλλαγή επηρεάζει ταυτόχρονα περισσότερες γεωγραφικές περιοχές, οικονομικούς κλάδους και περιουσιακά στοιχεία, τόσο δυσκολότερη γίνεται αυτή η εξισορρόπηση.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ασφαλιστική αγορά. Η αύξηση του κόστους ασφάλισης μπορεί να επηρεάσει την αξία των ακινήτων, τη χρηματοδότηση από τις τράπεζες και τελικά τη σταθερότητα του ευρύτερου οικονομικού συστήματος.
Ο Thallinger δεν θεωρεί ότι η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή έχει ήδη υπονομεύσει συνολικά το οικονομικό σύστημα. Εκτιμά όμως ότι επιμέρους τμήματα της οικονομίας επηρεάζονται ήδη και προειδοποιεί ότι, χωρίς αναστροφή της τάσης, το πρόβλημα μπορεί κάποια στιγμή να ξεπεράσει την ικανότητα των κοινωνιών να το διαχειριστούν.
Για τον ίδιο, αυτό καθιστά αναγκαία τόσο τη δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου όσο και την προσαρμογή στους κλιματικούς κινδύνους που δεν μπορούν πλέον να αποφευχθούν.
Το βασικό πρόβλημα, όπως το περιγράφει, είναι ότι οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις «σκέφτονται πολύ στενά» τις πιθανές λύσεις. Διακρίνει τρεις περιορισμούς: τον χρόνο, την πληροφορία και την ευθύνη.
Οι κυβερνήσεις λειτουργούν συνήθως με βάση εκλογικούς κύκλους τεσσάρων ετών και πολλές επιχειρήσεις σχεδιάζουν για ορίζοντα μόλις τριών ετών. Ένας τέτοιος χρονικός ορίζοντας δεν επιτρέπει να ενσωματωθούν επαρκώς στις σημερινές αποφάσεις οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της οικονομικής δραστηριότητας στα οικολογικά και κοινωνικά συστήματα.
Παράλληλα, η οικονομία εξακολουθεί να μην χρησιμοποιεί όλη τη διαθέσιμη πληροφορία. Στην Ευρώπη, οι απαιτήσεις για sustainability reporting έχουν επεκτείνει σημαντικά το εύρος των δεδομένων που δημοσιοποιούν οι επιχειρήσεις. Σε πολλές άλλες αγορές, ωστόσο, η υποχρεωτική πληροφόρηση εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στα παραδοσιακά χρηματοοικονομικά στοιχεία.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υποεκτίμηση κινδύνων που αφορούν, για παράδειγμα, το νερό ή την υποβάθμιση των εδαφών, παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι φυσικοί πόροι βρίσκονται στη βάση πολλών παραγωγικών δραστηριοτήτων.
Ο τρίτος περιορισμός αφορά την κατανομή της ευθύνης. Προβλήματα με περιφερειακές ή παγκόσμιες επιπτώσεις καλούνται συχνά να αντιμετωπίσουν ξεχωριστά δήμοι, περιφέρειες, εθνικές κυβερνήσεις και μεμονωμένες επιχειρήσεις. Ο Thallinger θεωρεί ότι η αντιμετώπιση των συστημικών κινδύνων απαιτεί πολύ μεγαλύτερο συντονισμό.
Για τις επιχειρήσεις, η απάντηση είναι η δημιουργία μακροπρόθεσμων transition plans. Αντίστοιχα, η πολιτική πρέπει να προσδιορίσει πώς θα πρέπει να λειτουργούν το ενεργειακό σύστημα, οι μεταφορές και οι υποδομές νερού το 2035 και ακόμη αργότερα.
Στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθοριστικό ρόλο μπορεί να παίξει και η σωστή τιμολόγηση του άνθρακα. Μόνο όταν το πραγματικό κόστος των εκπομπών ενσωματώνεται στις κεφαλαιαγορές, υποστηρίζει ο Thallinger, μπορούν οι αποφάσεις χρηματοδότησης και επενδύσεων να κατευθυνθούν αποτελεσματικότερα προς λύσεις χαμηλών εκπομπών.
Η Allianz συμμετέχει μεταξύ άλλων στη Net-Zero Asset Owner Alliance, η οποία δημιουργήθηκε υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών το 2019 και αριθμεί περίπου 85 θεσμικούς επενδυτές. Σύμφωνα με τον Thallinger, η συμμαχία επηρεάζει περισσότερα από 9 τρισ. δολάρια σε assets, ενώ το 2024 οι χρηματοδοτούμενες εκπομπές των μελών της μειώθηκαν κατά μέσο όρο κατά 6%.
Η Allianz έχει επίσης δικό της σχέδιο μετάβασης με ενδιάμεσους στόχους έως το 2030, για την πρόοδο των οποίων δημοσιεύει στοιχεία σε ετήσια βάση.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη βιοποικιλότητα. Σε αντίθεση με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η απώλεια φύσης είναι πολύ δυσκολότερο να αποτυπωθεί με έναν ενιαίο αριθμητικό δείκτη, γεγονός που δυσκολεύει την ενσωμάτωσή της στις χρηματοοικονομικές αποφάσεις.
Ο Thallinger υποστηρίζει, ωστόσο, ότι αρκετές δράσεις μπορούν να εφαρμοστούν ήδη. Η μεγαλύτερη ποικιλία βλάστησης στα δάση, για παράδειγμα, μπορεί να συγκρατεί περισσότερη υγρασία και να περιορίζει τον κίνδυνο πυρκαγιάς, ενώ η προστασία των εδαφών και η αποκατάσταση των υπόγειων υδάτων δημιουργούν ταυτόχρονα οφέλη για το κλίμα και τη φύση.
Ένα επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η συστηματικότερη καταγραφή των οικοσυστημικών υπηρεσιών μέσω ενός είδους natural capital inventory, ώστε οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις να μπορούν να αντιλαμβάνονται καλύτερα τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ φυσικών πόρων και παραγωγικής δραστηριότητας.
Παρά τις πολιτικές υποχωρήσεις που καταγράφονται σε ορισμένες χώρες, ο Thallinger θεωρεί ότι η παγκόσμια οικονομική μετάβαση παραμένει σε εξέλιξη. Επισημαίνει τις επενδύσεις σε ηλιακή και αιολική ενέργεια, αποθήκευση και έξυπνα ενεργειακά συστήματα σε αγορές όπως η Κίνα, η Καλιφόρνια και το Τέξας, αλλά και την ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων υποδομών στην Ινδία.
Το επιχείρημά του είναι ότι η κλιματική πολιτική και η ανταγωνιστικότητα δεν αποτελούν δύο αντίπαλες προτεραιότητες. Αντίθετα, οι οικονομίες που δημιουργούν σήμερα τις υποδομές του 21ου αιώνα μπορεί να αποκτήσουν το μεγαλύτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα τα επόμενα χρόνια.
Όπως το συνοψίζει ο ίδιος, «η προστασία του κλίματος προκύπτει από την ανταγωνιστικότητα».
Και αυτή είναι ίσως η κεντρική θέση της παρέμβασής του: η βιωσιμότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτική που εφαρμόζεται αφού λυθούν τα οικονομικά προβλήματα. Σε έναν κόσμο αυξανόμενων φυσικών και κλιματικών κινδύνων, μπορεί να αποτελεί προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα και ανταγωνιστικότητα.
Πηγή: Allianz SE, “We are thinking too narrowly about solutions”, συνέντευξη του Günther Thallinger στη Christiane Grefe, 24 Αυγούστου 2026. Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε αρχικά στη Die Zeit στις 10 Αυγούστου 2026.







