Τέσσερα χρόνια μετά τη συμφωνία του Kunming-Montreal Global Biodiversity Framework (GBF), οι χώρες απέχουν ακόμη σημαντικά από την υλοποίηση της δέσμευσης για προστασία και διατήρηση τουλάχιστον του 30% της φύσης έως το τέλος της δεκαετίας. Η εικόνα αυτή θα βρεθεί στο επίκεντρο της COP17 για τη βιοποικιλότητα στο Γερεβάν της Αρμενίας, καθώς κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί καλούνται να επιταχύνουν την εφαρμογή των στόχων που συμφωνήθηκαν στο Μόντρεαλ.
.
Σύμφωνα με την 30x30 Global Assessment της Campaign for Nature, περίπου 20% της χερσαίας έκτασης και των εσωτερικών υδάτων προστατεύεται σήμερα, ενώ οι υπάρχουσες κυβερνητικές δεσμεύσεις θα μπορούσαν να ανεβάσουν το ποσοστό στο 27% έως το 2030. Συνολικά 50 χώρες έχουν ήδη επιτύχει τον στόχο του 30%.
Στους ωκεανούς το χάσμα είναι πολύ μεγαλύτερο
Η πρόοδος στις θάλασσες είναι αισθητά πιο αργή. Σύμφωνα με έκθεση της Together for the Ocean, μόλις 10% των παγκόσμιων ωκεανών βρίσκεται σήμερα υπό προστασία, ενώ οι υφιστάμενες δεσμεύσεις αναμένεται να αυξήσουν το ποσοστό μόλις στο 12% μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Αυτό σημαίνει ότι, χωρίς σημαντική επιτάχυνση, ο θαλάσσιος στόχος του 30% θα παραμείνει πολύ μακριά από την επίτευξή του. Η απόσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς η απώλεια βιοποικιλότητας δεν περιορίζεται πλέον σε μεμονωμένα είδη αλλά αφορά τη συνολική ανθεκτικότητα οικοσυστημάτων από τα οποία εξαρτώνται τρόφιμα, οικονομικές δραστηριότητες και ολόκληρες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Το Living Planet Report του WWF καταγράφει ορισμένες θετικές εξελίξεις, όπως την αύξηση των πληθυσμών τίγρεων κατά περισσότερο από 70% από το 2010 και τη βελτίωση της κατάστασης του bluefin tuna. Η συνολική εικόνα, ωστόσο, παραμένει ιδιαίτερα αρνητική: το μέσο μέγεθος των παρακολουθούμενων πληθυσμών άγριας ζωής έχει μειωθεί κατά 73% σε διάστημα 52 ετών.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η έκταση της υποχώρησης δεν μπορεί να αναστραφεί μόνο με παραδοσιακές πολιτικές conservation. Habitat loss, υπερεκμετάλλευση φυσικών πόρων, κλιματική αλλαγή, ρύπανση και invasive species συνδέονται με ευρύτερες δομικές αδυναμίες στα συστήματα τροφίμων, ενέργειας και χρηματοδότησης.
2,6 τρισ. δολάρια τον χρόνο σε δραστηριότητες που υποβαθμίζουν τη φύση
Η χρηματοδότηση αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά ζητήματα της COP17. Περίπου 2,6 τρισ. δολάρια δημόσιου χρήματος ετησίως, ποσό κοντά στο 2,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ, κατευθύνονται σήμερα σε πρακτικές που μπορούν να υποβαθμίζουν τα εδάφη, να ρυπαίνουν υδάτινα συστήματα και να επιβαρύνουν τα οικοσυστήματα.
Σύμφωνα με στοιχεία του UNEP που επικαλείται το δημοσίευμα, περίπου 87% της αγροτικής στήριξης κατευθύνεται σε πρακτικές που περιλαμβάνουν συνθετικά λιπάσματα και δημιουργία μονοκαλλιεργειών.
Το Target 18 του Global Biodiversity Framework προβλέπει τη μείωση των incentives που βλάπτουν τη φύση κατά τουλάχιστον 500 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2030. Μέχρι στιγμής, όμως, μόλις το 5% των 196 χωρών που συμμετέχουν στο πλαίσιο έχει θέσει ολοκληρωμένους εθνικούς στόχους για την αναμόρφωσή τους.
Περισσότερες από 130 επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί με 4,7 τρισ. δολάρια assets under management, μεταξύ των οποίων BNP Paribas Asset Management, Danone και Ørsted, ζητούν με ανοικτή επιστολή που συντονίζουν Business for Nature και Finance for Biodiversity Foundation επιτάχυνση της μεταρρύθμισης των κινήτρων στην COP17.
Το επιχείρημά τους είναι ότι οι υφιστάμενες επιδοτήσεις και φορολογικές πολιτικές μπορούν να παραμορφώνουν την αγορά, καθιστώντας προϊόντα υψηλού environmental impact τεχνητά φθηνότερα, ενώ επιχειρήσεις που επενδύουν σε περισσότερο βιώσιμες πρακτικές επωμίζονται υψηλότερο κόστος.
«Δεν χρειάζεται νέο χρήμα»
Για την Eva Zabey, CEO της Business for Nature, η μεταρρύθμιση των κινήτρων αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα διαθέσιμα οικονομικά εργαλεία, καθώς δεν απαιτεί απαραίτητα νέους δημοσιονομικούς πόρους. Η βασική ιδέα είναι η ανακατεύθυνση υφιστάμενων δημόσιων χρημάτων προς παραγωγικές πρακτικές που ενισχύουν την ανθεκτικότητα αντί να υποβαθμίζουν το φυσικό κεφάλαιο.
Αντίστοιχη είναι η προσέγγιση της Gill Einhorn, director της Forest Future Alliance του World Economic Forum, η οποία υποστηρίζει ότι η αξιοποίηση και προσαρμογή ήδη υπαρχόντων χρηματοοικονομικών μηχανισμών μπορεί να κινητοποιήσει κεφάλαια ταχύτερα από τη δημιουργία νέων πιλοτικών σχημάτων.
Ως παράδειγμα αναφέρεται η BTG Pactual Timberland Investment Group, η οποία επέκτεινε ένα υπάρχον επενδυτικό μοντέλο για FSC-certified ξυλεία δημιουργώντας fund στο οποίο το 50% των κεφαλαίων κατευθύνεται σε πιστοποιημένη ξυλεία και το υπόλοιπο 50% σε conservation, restoration και reforestation περίπου 660.000 acres υποβαθμισμένων εκτάσεων στη Λατινική Αμερική. Το fund έκλεισε στα 1,24 δισ. δολάρια, όσο περίπου και το αρχικό επενδυτικό όχημα στο οποίο βασίστηκε.
Ανάλογη λογική ακολουθούν επενδυτικά μοντέλα που συνδυάζουν διαφορετικές πηγές εσόδων, όπως clean energy, ecotourism και μελλοντικά regenerative agriculture, αντί να βασίζονται αποκλειστικά σε carbon ή biodiversity credits. Η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να δημιουργήσει περισσότερο ελκυστικό risk-return profile για το ιδιωτικό κεφάλαιο.
Cali Fund: Από τις προσδοκίες για δισεκατομμύρια στα 6.000 δολάρια
Στον αντίποδα βρίσκεται η μέχρι σήμερα πορεία του Cali Fund, το οποίο δημιουργήθηκε το 2025 μετά την COP16 ως μηχανισμός μέσω του οποίου εταιρείες που αποκτούν εμπορικό όφελος από digital sequence information (DSI) θα μπορούσαν να επιστρέφουν μέρος της αξίας στα οικοσυστήματα και στις κοινότητες από τις οποίες προέρχονται οι βιολογικοί πόροι.
Οι αρχικές προσδοκίες αφορούσαν κινητοποίηση δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, το fund έχει συγκεντρώσει μόλις 6.000 δολάρια.
Παράγοντες της αγοράς αποδίδουν τη χαμηλή συμμετοχή σε περιορισμένη ενημέρωση αλλά και σε ασάφειες σχετικά με το ποιοι ακριβώς οργανισμοί καλούνται να συνεισφέρουν και με ποιον τρόπο. Υπάρχουν επίσης ζητήματα transparency και accountability ως προς τη διαχείριση των χρημάτων.
Στην COP16 συμφωνήθηκε ότι το 50% των πόρων του Cali Fund θα κατευθύνεται σε τοπικές κοινότητες και Indigenous Peoples, ενώ το υπόλοιπο θα διανέμεται σε χώρες ανάλογα με τον πλούτο της βιοποικιλότητάς τους. Οι επιχειρήσεις, ωστόσο, ζητούν μεγαλύτερη σαφήνεια για τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις θα χρησιμοποιούν τα κεφάλαια και για το ποιος φέρει την ευθύνη σε περίπτωση κακής διαχείρισης.
Η COP17 ως τεστ εφαρμογής
Οι διαπραγματεύσεις στο Γερεβάν αναμένεται να εξετάσουν τη δημιουργία ενός Yerevan Pathway, ενός οδικού χάρτη για τα τέσσερα χρόνια που απομένουν έως το 2030.
Το μεγάλο ζήτημα δεν είναι πλέον η έλλειψη παγκόσμιων στόχων. Το Kunming-Montreal Framework έχει ήδη καθορίσει το πλαίσιο για προστασία του 30% της φύσης, μεταρρύθμιση των harmful subsidies, ενίσχυση της χρηματοδότησης και μεγαλύτερη λογοδοσία επιχειρήσεων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών.
Το πρόβλημα είναι η ταχύτητα εφαρμογής. Με το 2030 να απέχει μόλις τέσσερα χρόνια, η απόσταση ανάμεσα στις δεσμεύσεις και στα πραγματικά αποτελέσματα παραμένει μεγάλη, ιδιαίτερα στους ωκεανούς και στη μεταρρύθμιση των δημόσιων χρηματοδοτικών κινήτρων.
Η COP17 θα αποτελέσει επομένως κρίσιμο τεστ για το εάν οι κυβερνήσεις μπορούν να περάσουν από τη δημιουργία νέων μηχανισμών στην ανακατεύθυνση των τεράστιων χρηματοδοτικών ροών που ήδη υπάρχουν. Όπως δείχνουν τα σημερινά δεδομένα, το finance gap για τη φύση δεν αφορά μόνο το πόσα νέα κεφάλαια μπορούν να βρεθούν, αλλά και πόσο γρήγορα μπορεί να σταματήσει η χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που συνεχίζουν να επιταχύνουν την απώλεια βιοποικιλότητας.
Πηγή: Reuters Professional








