ESG+Stories

ΕΕ: «Στον αέρα» η μείωση κατά 55% των εκπομπών ρύπων έως το 2030

Ο ενδιάμεσος στόχος για μείωση 55% των ρύπων έως το 2030 (με αφετηρία τις εκπομπές το έτος 1990) ήδη έχει ξεφύγει και οι ειδικοί υπολογίζουν ότι θα περιοριστεί στο 51%.
ΕΕ: «Στον αέρα» η μείωση κατά 55% των εκπομπών ρύπων έως το 2030

Ένα νέο ενδιάμεσο στόχο θα προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς όλα δείχνουν ότι ο μηδενισμός των εκπομπών ρύπων που ευνοούν την κλιματική κρίση έως το 2040 είναι ανέφικτος με τους σημερινούς ρυθμούς και τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι εθνικές κυβερνήσεις των «27». Εξάλλου ο ενδιάμεσος στόχος για μείωση 55% των ρύπων έως το 2030 (με αφετηρία τις εκπομπές το έτος 1990) ήδη έχει ξεφύγει και οι ειδικοί υπολογίζουν ότι θα περιοριστεί στο 51%.

.

Σημειωτέον ότι οι χώρες-μέλη της ΕΕ μείωσαν μόνο κατά 30% τις εκπομπές. Οι ρεπόρτερ της γαλλικής οικονομικής εφημερίδας «Les Echos» Αν Φεΐτς και Μαρί Μπελάν έβαλαν στο μικροσκόπιο τις περιβαλλοντικές πολιτικές και τις προόδους σε ό,τι αφορά τη μάχη κατά του άνθρακα που έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια τέσσερις μεγάλες χώρες της ΕΕ.

Εκτός στόχων η Γαλλία

Η Γαλλία μείωσε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 25% σε 32 χρόνια (μεταξύ 1990 και 2022). Συγκεκριμένα πέτυχε μείωση που ισοδυναμεί σε 408 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα, ιδίως χάρη στην εξέλιξη του ενεργειακού της μείγματος και τις προσπάθειες της βιομηχανίας της χώρας. Για να πιάσει τον στόχο του 2030 πρέπει τώρα να διπλασιάσει τον ρυθμό μείωσης των εκπομπών και να

επιτύχει μείωση περίπου 5% ετησίως. Η κυβέρνηση του Παρισιού υπερηφανεύεται για την πτώση κατά 4,6% των εκπομπών που πέτυχε κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2023, όμως αυτή αποδίδεται εν πολλοίς στην ευνοϊκή γι’ αυτό συγκυρία, δηλαδή στην ενεργειακή κρίση και τον ήπιο περυσινό χειμώνα.

Η γαλλική Γραμματεία Οικολογικού Σχεδιασμού (SGPE) έχει εκπονήσει σειρά μέτρων με ορίζοντα το 2030, ορισμένα από τα οποία υποτίθεται ότι θα οδηγήσουν σε διαρθρωτικές αλλαγές στον τρόπο ζωής και δράσης των πολιτών και των επιχειρήσεων («πρασίνισμα» του στόλου αυτοκινήτων, ανακαίνιση κτιρίων αλλά και μείωση της χρήσης των ΙΧ και αλλαγές στις γεωργικές πρακτικές).

Και πάλι όμως με το σχέδιο επιτυγχάνεται έως το 2030 μείωση μόνο 52% των ρύπων αντί για 55%. Κι αυτό εξαιτίας της ανεπάρκειας σε ό,τι αφορά την απορρόφηση του άνθρακα που συνδέεται με την κακή κατάσταση των δασών καιτη διαθέσιμη βιομάζα. Επιπλέον, η κυβέρνηση του Παρισιού κάνει και υπαναχωρήσεις (αναστέλλει για παράδειγμα ορισμένα μέτρα για να κατευνάσει την οργή των αγροτών, όπως τη φορολόγηση του μη οδικού ντίζελ). «Ως εκ τούτου, η φάση εκτέλεσης του προγράμματος της Γραμματείας Οικολογικού Σχεδιασμού συναντά επιπλέον δυσκολίες», συμπεραίνει η εφημερίδα.

Οι παλινωδίες της Γερμανίας

Η Γερμανία είναι μία από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες που έχει μειώσει περισσότερο τις εκπομπές της (-46% μεταξύ 1990 και 2023). Παρ’ όλα αυτά παραμένει μία από τις πλέον ρυπογόνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (πέρυσι οι εκπομπές έφτασαν στο ισοδύναμο 673 εκατ. τόνων CO2). Οι προσπάθειές της να μειώσει την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα (φυσικό αέριο και υδρογονάνθρακες) αρχίζουν να αποδίδουν χάρη στη μεγάλη ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (αιολική και ηλιακή), που πέρυσι συμμετείχαν κατά το ήμισυ και πλέον στην παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε στη χώρα.

Μέσω ενός ομοσπονδιακού νόμου που εγκρίθηκε το 2021, το Βερολίνο έθεσε ως στόχο να μειώσει τις εκπομπές αερίων κατά 65% μεταξύ 1990 και 2030 και να επιτύχει ουδετερότητα άνθρακα το 2045, πέντε χρόνια αργότερα δηλαδή από τον ευρωπαϊκό στόχο. Η κυβέρνηση του Όλαφ Σολτς, στην οποία μετέχουν και οι Πράσινοι, έχει δεσμευθεί έως το 2030 να παράγει το 80% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Όμως τα μέτρα που ανακοινώθηκαν για τον σκοπό αυτό, όπως ο επιπλέον φόρος που θέλησε να επιβάλει στο φυσικό αέριο και το σχέδιο ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού των συστημάτων θέρμανσης, ξεσήκωσαν κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας που τροφοδοτήθηκε από την διαρκώς ανερχόμενη ακροδεξιά. «Το αποτέλεσμα ήταν να υπαναχωρήσει η κυβέρνηση και να αναστείλει τις αντιδημοφιλείς μεταρρυθμίσεις, προς μεγάλη απογοήτευση των Πρασίνων», όπως σημειώνει η «Les Echos».

Μεγάλη η υστέρηση της Ισπανίας

Αν κρίνει κανείς από το πρόσφατο παρελθόν, θα πει ότι η Ισπανία βρίσκεται σε καλό δρόμο. Πέρυσι η χώρα πέρασε το συμβολικό κατώφλι του 50% σε ό,τι αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Χάρη στη μεγάλη ανάπτυξη της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας, ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα και στο κέντρο της χώρας, το μερίδιο αυτό υπολογίζεται ότι θα ανέλθει στο 74% το 2030.

Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος. Η Ισπανία άργησε πολύ να ξεκινήσει να εφαρμόζει περιβαλλοντικές πολιτικές. Ξεκίνησε την στροφή προς την οικολογική

μετάβαση πολύ καθυστερημένα και αν υπολογίσει κανείς συνολικά την πτώση των εκπομπών αερίων στην Ισπανία από το 1990, αυτή φτάνει μόλις στο 2%! Επιπλέον, είναι μία από τις σπάνιες χώρες της οποίας οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου έχουν αρχίσει να αυξάνονται ξανά από το 2021. Το 2022, η αύξηση ξεπέρασε το 3% και έφθασε στο ισοδύναμο 304 εκατ. τόνων CO2.

Το πισωγύρισμα της Σουηδίας

Σε αντίθεση με την Ισπανία, στα περιβαλλοντικά ζητήματα η Σουηδία υπήρξε έως τώρα πρότυπο. Πολύ νωρίς η χώρα εφάρμοσε πολιτικές με στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η χώρα προχώρησε σε μια μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση υιοθετώντας από τις πρώτες το φόρο άνθρακα. Το 2018 η κυβέρνηση «πέρασε» νόμο-πλαίσιο για το κλίμα, ο οποίος όρισε την επίτευξη της ουδετερότητας άνθρακα το 2045.

Καθώς ξεκίνησε να εφαρμόζει πολύ νωρίς περιβαλλοντικές πολιτικές, εμφάνισε απτά και πειστικά αποτελέσματα: οι εκπομπές άνθρακα μειώθηκαν κατά 73% μεταξύ 1990 και του 2021! Ουδεμία χώρα της ΕΕ τα πήγε καλύτερα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ενώ οι συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου το 2021 ξεπέρασαν κατά τι τα μόλις 7 εκατ. τόνους CO2.

Η Σουηδία πέτυχε το χαμηλότερο κατά κεφαλήν αποτύπωμα άνθρακα στην Ευρώπη. Αλλά το 2022 κέρδισε τις εκλογές η αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση Δεξιάς και ακροδεξιάς, που σχηματίστηκε, είχε άλλες προτεραιότητες. Μια δέσμη περιβαλλοντικών μέτρων εγκαταλείφθηκε. Σταμάτησε η πριμοδότηση του συνεπιβατισμού και της χρήσης μέσων μαζικής μεταφοράς, σταμάτησαν οι επιδοτήσεις των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, καταργήθηκε η έκπτωση φόρου για την αγορά ηλεκτρικού οχήματος, μειώθηκε το μερίδιο των βιοκαυσίμων στη συνολική κατανάλωση.

Το αποτέλεσμα ήταν το 2023 η Σουηδία να γίνει μία από τις λίγες χώρες του ΟΟΣΑ των οποίων οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σημείωσαν αύξηση.

Πηγή: ΟΤ.gr

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ