ESG+Stories

ΕΚΤ: Η κλιματική κρίση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με επιτόκια – Πίεση για συντονισμό με τη δημοσιονομική πολιτική

Οικονομολόγοι ζητούν στενότερο συντονισμό ΕΚΤ και κυβερνήσεων για τα climate shocks, καθώς τα υψηλά επιτόκια μπορούν να επιβαρύνουν τις πράσινες επενδύσεις και τη δημοσιονομική πολιτική.
ΕΚΤ: Η κλιματική κρίση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με επιτόκια – Πίεση για συντονισμό με τη δημοσιονομική πολιτική

Η Ευρώπη δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στις κεντρικές τράπεζες για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα πάνελ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου οικονομολόγοι και εκπρόσωποι ευρωπαϊκών θεσμών υποστήριξαν ότι τα climate shocks απαιτούν στενότερο συντονισμό μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα όταν οι πιέσεις στις τιμές προέρχονται από την προσφορά και όχι από υπερβολική ζήτηση.

.

Η Τζάγια Σουντ, senior economist στο New Economics Foundation, σημείωσε ότι ο συντονισμός μεταξύ κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών ήδη υφίσταται, αλλά συχνά λειτουργεί εκ των υστέρων και ως αντίδραση σε κρίσεις. Η ίδια υποστήριξε ότι οι κυβερνήσεις διαθέτουν στοχευμένα δημοσιονομικά εργαλεία για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων πληθωριστικών πιέσεων, αντί το βάρος να μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στις κεντρικές τράπεζες.

Το πρόβλημα των επιτοκίων στην πράσινη μετάβαση

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη λάβει μέτρα για να ενσωματώσει περισσότερο κλιματικά κριτήρια στο collateral framework της. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ρομέν Σβάρτσμαν, καθηγητή στο Bocconi University και πρώην οικονομολόγο της Banque de France, η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα supply shocks που προκαλεί η κλιματική αλλαγή.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν τα υψηλότερα επιτόκια περιορίζουν τη δημοσιονομική δυνατότητα των κυβερνήσεων. Όπως σημείωσε, η αύξηση των επιτοκίων συνδέεται συχνά με χαμηλότερες δημόσιες δαπάνες σε κρίσιμους τομείς, από την υγεία έως το κλίμα και τη γήρανση του πληθυσμού. Παράλληλα, αυξάνει και το κόστος χρηματοδότησης για projects ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και άλλες επενδύσεις της μετάβασης.

Για τον λόγο αυτό, οργανώσεις και οικονομολόγοι έχουν επαναφέρει τη συζήτηση για ένα green interest rate, δηλαδή χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης για επενδύσεις που συνδέονται άμεσα με την ενεργειακή μετάβαση. Μια ακόμη επιλογή που τέθηκε είναι η διεύρυνση του green collateral framework της ΕΚΤ ώστε να συμπεριλαμβάνει και sovereign bonds.

Το ερώτημα για τον χρονικό ορίζοντα του πληθωρισμού

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που τέθηκαν αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι κεντρικές τράπεζες αντιμετωπίζουν τον χρονικό ορίζοντα του πληθωρισμού. Η νομισματική πολιτική συνήθως αξιολογεί τον πληθωρισμό με ορίζοντα ενός έως τριών ετών.

Όμως, όπως έθεσε το ζήτημα ο Σβάρτσμαν, εάν μέρος του σημερινού πληθωρισμού προκύπτει από επενδύσεις που θα αυξήσουν την κλιματική ανθεκτικότητα σε πέντε, δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, τίθεται το ερώτημα εάν η σωστή απάντηση είναι η αύξηση των επιτοκίων. Με άλλα λόγια, μια πολιτική που περιορίζει τον πληθωρισμό βραχυπρόθεσμα μπορεί ταυτόχρονα να επιβραδύνει επενδύσεις που θα μειώσουν τη μελλοντική έκθεση της οικονομίας σε climate shocks.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βλέπει ήδη δημοσιονομικό κόστος

Ο Νίκολα Γκαλιάρντι, senior economist στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ανέφερε ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους δημόσιους προϋπολογισμούς είναι πλέον σαφείς.

Ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν να περιορίσουν εισοδήματα και οικονομική δραστηριότητα, να αυξήσουν την αβεβαιότητα και να επηρεάσουν ταυτόχρονα δημόσιες δαπάνες, φορολογικά έσοδα και ανάπτυξη. Η σχέση αυτή αφορά τόσο τους physical risks όσο και τους transition risks.

Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε λίγες εβδομάδες μετά την ανακοίνωση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ότι νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την κλιματική ανθεκτικότητα αναμένεται να παρουσιαστεί στα τέλη Οκτωβρίου.

ΕΚΤ: Η προσαρμογή δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη μετάβαση

Η Ιρένε Χίμσκερκ, επικεφαλής του Climate Change Centre της ΕΚΤ, χαιρέτισε τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την κλιματική προσαρμογή, αλλά προειδοποίησε ότι η adaptation δεν μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο της μείωσης των εκπομπών.

Όπως σημείωσε, η Ευρώπη δεν μπορεί απλώς να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο κατά 3°C θερμότερο, επομένως η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να συνεχιστεί παράλληλα με τις επενδύσεις σε resilience.

Τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν γιατί το ζήτημα έχει πλέον άμεση μακροοικονομική διάσταση. Σύμφωνα με έρευνά της, η οικονομική δραστηριότητα σε περιοχές που πλήττονται από καύσωνες είναι κατά μέσο όρο 1,5% χαμηλότερη δύο χρόνια μετά το επεισόδιο και 3% χαμηλότερη τέσσερα χρόνια αργότερα.

Παράλληλα, οικονομολόγοι έχουν εκτιμήσει ότι το κύμα καυσώνων του 2026 θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕΠ της ΕΕ κατά τουλάχιστον 1%, με μεγαλύτερες απώλειες στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο από τις ακραίες θερμοκρασίες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία.

Η ενεργειακή διαφοροποίηση λειτουργεί ως ασπίδα

Η ΕΚΤ επισημαίνει επίσης ότι οι χώρες της ΕΕ που διαθέτουν περισσότερο διαφοροποιημένο μίγμα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ήταν λιγότερο εκτεθειμένες στις αυξήσεις των τιμών ενέργειας, ακόμη και όταν ορισμένες μορφές παραγωγής ΑΠΕ επηρεάστηκαν από τα ακραία καιρικά φαινόμενα.

Για τη Χίμσκερκ, αυτό αποτελεί ακόμη ένα επιχείρημα υπέρ της συνέχισης της ενεργειακής μετάβασης. Η μετάβαση δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως εργαλείο για τη μείωση των εκπομπών, αλλά και ως μηχανισμός περιορισμού της οικονομικής έκθεσης σε ενεργειακά και γεωπολιτικά shocks.

Η ΕΚΤ, όπως είπε, προχωρά «βήμα-βήμα» με τα εργαλεία που έχει ήδη στη διάθεσή της και συνεχίζει την κλιματική της στρατηγική παρά την υψηλή αβεβαιότητα. Η θέση της τράπεζας παραμένει ότι η αντιμετώπιση του climate και nature risk βρίσκεται εντός της εντολής της στον βαθμό που οι κίνδυνοι αυτοί επηρεάζουν τον πληθωρισμό, τις αγορές και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Το δίλημμα για τη νομισματική πολιτική

Η συζήτηση αγγίζει ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πλέον οι κεντρικές τράπεζες. Εάν ένα ακραίο κλιματικό φαινόμενο μειώνει την παραγωγή τροφίμων ή ενέργειας και αυξάνει τις τιμές, η αύξηση των επιτοκίων δεν μπορεί να δημιουργήσει περισσότερο νερό, ηλεκτρική ενέργεια ή γεωργική παραγωγή.

Μπορεί όμως να περιορίσει τη ζήτηση και τις δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις. Το τίμημα είναι ότι ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος δανεισμού για τις πράσινες επενδύσεις και πιέζει τους δημόσιους προϋπολογισμούς που καλούνται να χρηματοδοτήσουν climate adaptation και resilience.

Γι’ αυτό και το ζήτημα μετακινείται σταδιακά από το «τι μπορεί να κάνει η ΕΚΤ για το κλίμα» στο πώς πρέπει να συνδυαστούν νομισματική, δημοσιονομική και επενδυτική πολιτική ώστε η αντιμετώπιση ενός βραχυπρόθεσμου πληθωριστικού σοκ να μη δημιουργεί μεγαλύτερο climate risk στο μέλλον.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ