Η βιώσιμη επένδυση επιστρέφει σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2022, παρά την πολιτική αβεβαιότητα, τη μεταβλητότητα των αγορών και τις συνεχιζόμενες αντιπαραθέσεις γύρω από το ESG. Σύμφωνα με την ένατη ετήσια έρευνα Sustainable Investment Asset Owner Survey 2026 της FTSE Russell, το 84% των asset owners δηλώνει ότι λαμβάνει πλέον υπόψη παραμέτρους βιωσιμότητας στην επενδυτική του στρατηγική, έναντι 73% το 2025.
.
Η έκθεση, με τίτλο Sustainable investment: growth despite the headwinds, βασίζεται σε απαντήσεις 402 asset owners από 24 χώρες, μεταξύ των οποίων συνταξιοδοτικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρείες, sovereign wealth funds, endowments, foundations και family offices. Το 40% των συμμετεχόντων προέρχεται από την EMEA, το 30% από την Ασία-Ειρηνικό και το 30% από τη Βόρεια Αμερική.
Η FTSE Russell διαπιστώνει ότι η βιωσιμότητα ενσωματώνεται σταδιακά στην καθημερινή επενδυτική πρακτική και παύει να αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή κατηγορία. Η Stephanie Maier, Global Head of Sustainable της FTSE Russell, σημειώνει ότι οι asset owners εντάσσουν βαθύτερα τα sustainability factors στις επενδυτικές αποφάσεις, επειδή αναγνωρίζουν ότι μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά τον κίνδυνο και τις αποδόσεις.
Η άνοδος είναι αξιοσημείωτη. Το 84% των ερωτηθέντων εφαρμόζει ήδη κάποια μορφή sustainability considerations, ποσοστό αυξημένο κατά 11 μονάδες σε ένα έτος και μόλις δύο μονάδες χαμηλότερο από το ιστορικό υψηλό του 2022. Επιπλέον, άλλο 15% εξετάζει αυτή τη στιγμή αν θα τα ενσωματώσει.
Ακόμη ισχυρότερη είναι η εικόνα για τα επόμενα χρόνια. Το 85% των asset owners αναμένει να αυξήσει μέσα στην επόμενη μία έως τρεις χρονιές είτε την ενσωμάτωση sustainability factors είτε τη χρήση sustainable investment products, ενώ το υπόλοιπο 15% προβλέπει σταθερή εφαρμογή. Κανένας από τους συμμετέχοντες δεν αναμένει μείωση.
Η ενσωμάτωση γίνεται επίσης βαθύτερη σε επίπεδο χαρτοφυλακίου. Το ποσοστό των επενδυτών που εφαρμόζουν κριτήρια βιωσιμότητας σε περισσότερο από το μισό των assets τους αυξήθηκε από 26% το 2025 σε 51% το 2026. Παράλληλα, το 11% δηλώνει ότι διαχειρίζεται πλέον το σύνολο του χαρτοφυλακίου του με sustainability considerations, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα κανένας ερωτώμενος δεν εφάρμοζε τέτοια κριτήρια σε πάνω από το 80% των συνολικών assets.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχεδόν πλήρης σύγκλιση ανάμεσα στις γεωγραφικές αγορές. Η FTSE Russell σημειώνει ότι οι μεγάλες διαφορές που παρατηρούνταν τα προηγούμενα χρόνια μεταξύ Ευρώπης, Βόρειας Αμερικής και Ασίας-Ειρηνικού έχουν περιοριστεί σημαντικά. Η υποχώρηση της εφαρμογής στην Ευρώπη μετά το 2022 έχει αντιστραφεί, ενώ η Βόρεια Αμερική έχει πλέον φθάσει σε επίπεδα αντίστοιχα με τις άλλες περιοχές.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι η βιώσιμη επένδυση έχει επιστρέψει στην έντονη προβολή των προηγούμενων ετών. Η ίδια η FTSE Russell τονίζει ότι οι ροές κεφαλαίων προς labelled sustainable funds δεν έχουν ακόμη αυξηθεί σημαντικά, ενώ η πολιτική ευαισθησία γύρω από το ESG και το climate policy έχει οδηγήσει πολλούς asset owners σε πιο διακριτική στάση.
Στο επίπεδο των προτεραιοτήτων, το governance, tax and shareholder rights ανεβαίνει στην πρώτη θέση, με 32% των asset owners να το χαρακτηρίζει βασική sustainability προτεραιότητα, έναντι 18% το 2025. Η FTSE Russell συνδέει αυτή την άνοδο με ανησυχίες για τα governance standards ορισμένων μεγάλων εταιρειών της AI οικονομίας αλλά και με εξελίξεις γύρω από τα δικαιώματα των μετόχων σε συγκεκριμένες αγορές.
Ταυτόχρονα, ο physical climate risk ενισχύεται σημαντικά ως επενδυτική ανησυχία. Το 26% των συμμετεχόντων τον αναφέρει πλέον ως προτεραιότητα, από 19% το 2025.
Η ανησυχία για τις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής βρίσκεται σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα. Το 86% βαθμολογεί την ανησυχία του για το investment impact του climate risk με 7 ή περισσότερο σε κλίμακα 0 έως 10, από 85% το 2025 και 50% το 2023. Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, ένας στους τέσσερις asset owners δίνει πλέον βαθμολογία 10/10, έναντι μόλις 11% πριν από έναν χρόνο.
Ο κλιματικός κίνδυνος περνά πλέον και στη στρατηγική κατανομή κεφαλαίων. Το 52% των asset owners δηλώνει ότι τον λαμβάνει υπόψη στις διαδικασίες strategic asset allocation, έναντι 36% το 2025.
Η έρευνα καταγράφει επίσης μεγαλύτερο ενδιαφέρον για νέους sustainability risks. Περίπου ένας στους τέσσερις επενδυτές θεωρεί πλέον τους κινδύνους που σχετίζονται με υγεία και healthcare, καθώς και με τεχνολογία και AI, ως θέματα προτεραιότητας, ενώ περίπου ένας στους πέντε αναφέρει risks που συνδέονται με το food system.
Σε επίπεδο εφαρμογής, η thematic ESG investing και η ESG integration παραμένουν μεταξύ των πιο δημοφιλών προσεγγίσεων, ωστόσο η FTSE Russell εντοπίζει παράλληλα υποχώρηση σε ορισμένες πιο δημόσιες μορφές engagement. Το ποσοστό των asset owners που δηλώνουν ότι ασκούν engagement σε βασικά sustainability θέματα έχει υποχωρήσει κατά 5 έως 10 ποσοστιαίες μονάδες σε αρκετές κατηγορίες.
Η μετατόπιση φαίνεται καθαρά και στη διαχείριση των high-carbon assets. Το ποσοστό εκείνων που προτιμούν engagement με εταιρείες πετρελαίου, φυσικού αερίου και εξόρυξης μειώθηκε από 67% σε 60%, ενώ η επιλογή του divestment αυξήθηκε από 21% σε 30%. Επιπλέον, 10% δηλώνει ανοιχτό και στις δύο προσεγγίσεις.
Οι βιώσιμες επενδυτικές πρακτικές επεκτείνονται παράλληλα και στις ιδιωτικές αγορές. Στο public equity, η εφαρμογή sustainability considerations αυξήθηκε από 59% σε 71%, ενώ στο private equity σημειώθηκε ακόμη μεγαλύτερη άνοδος, από 45% σε 57%. Η FTSE Russell θεωρεί ότι αυτό αποτελεί ένδειξη μεταφοράς της sustainable investment πρακτικής από τις δημόσιες στις private markets.
Την ίδια στιγμή, παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα «διχοτόμηση» στις επενδυτικές μεθόδους. Από τη μία πλευρά αυξάνονται οι απλούστερες πρακτικές screening: στο public equity το ποσοστό που χρησιμοποιεί αποκλειστικά screening ανέβηκε από 22% σε 36%, ενώ στο fixed income από 23% σε 41%. Από την άλλη, αυξάνονται και οι πιο σύνθετες, εξατομικευμένες προσεγγίσεις, με τη χρήση custom sustainable investment indices στις passive allocations να ανεβαίνει από 21% σε 35%.
Σημαντική αλλαγή καταγράφεται και στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι επενδυτές. Η ανησυχία για το greenwashing, που μέχρι πρόσφατα βρισκόταν στην κορυφή, υποχώρησε αισθητά, ενώ η έλλειψη ESG data αναφέρεται πλέον από 25% των asset owners, από 36% έναν χρόνο νωρίτερα.
Στην πρώτη θέση των εμποδίων περνά πλέον η ποιότητα και η συνέπεια του corporate reporting και των disclosures, με 33% των συμμετεχόντων να το αναφέρει ως πρόβλημα. Παράλληλα, το κόστος εφαρμογής sustainable investment strategies αυξήθηκε ως ανησυχία από 17% σε 25%, ενώ οι regulatory ή fiduciary constraints παραμένουν περίπου σταθερές στο 27%.
Η αντίληψη ότι η βιώσιμη επένδυση μπορεί να επιβαρύνει τις αποδόσεις φαίνεται επίσης να υποχωρεί. Μόλις 19% θεωρεί πλέον το financial performance σημαντικό εμπόδιο, έναντι 27% το 2025. Ταυτόχρονα, 47% των asset owners συμφωνεί ότι η προσέγγιση του οργανισμού του στη sustainable investment συνδέεται με την προσπάθεια επίτευξης καλύτερων portfolio returns, από 41% πέρυσι.
Αλλάζει και η αντίληψη για το regulatory environment. Το 36% θεωρεί πλέον ότι η ρύθμιση μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας που διευκολύνει τις βιώσιμες επενδύσεις, έναντι μόλις 22% το 2025. Η FTSE Russell σημειώνει ότι περισσότεροι επενδυτές εκτιμούν πως η έντονη κανονιστική αστάθεια των προηγούμενων ετών αρχίζει να υποχωρεί.
Παράλληλα, ενισχύεται η χρήση externally managed passive solutions για sustainability strategies. Το ποσοστό των asset owners που εφαρμόζει ή εξετάζει sustainability considerations σε externally managed passive portfolios έχει φθάσει το 53% το 2026, από 48% το 2025. Αντίθετα, το externally managed active παραμένει η μεγαλύτερη κατηγορία, αλλά υποχώρησε από 80% σε 70%, εξέλιξη που η έκθεση συνδέει και με την αυξημένη έμφαση στον έλεγχο του κόστους.
Η συνολική εικόνα που δίνει η FTSE Russell είναι ότι η sustainable investment μπορεί να είναι σήμερα λιγότερο «θορυβώδης» δημόσια σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας, αλλά έχει ενσωματωθεί πολύ πιο βαθιά στην επενδυτική διαδικασία. Όλοι οι asset owners που συμμετείχαν στην έρευνα είτε εφαρμόζουν ήδη sustainability considerations είτε εξετάζουν πώς θα το κάνουν, ενώ ολοένα μεγαλύτερο μέρος των χαρτοφυλακίων τους καλύπτεται από τέτοιες πρακτικές.
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η βιώσιμη επένδυση περνά από τη φάση της έντονης προβολής σε εκείνη της κανονικοποίησης: λιγότερο ως ξεχωριστό «ESG προϊόν» και περισσότερο ως μόνιμο στοιχείο της ανάλυσης κινδύνου, της κατανομής κεφαλαίων και της κατασκευής χαρτοφυλακίου.
Πηγή: FTSE Russell








