Μια από τις σημαντικότερες δικαστικές μάχες για την κλιματική ευθύνη των εταιρειών ορυκτών καυσίμων έφθασε στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, με πιθανές συνέπειες για σειρά αντίστοιχων αγωγών που έχουν κατατεθεί από πολιτείες και τοπικές αρχές.
.
Οι δικαστές άκουσαν στις 5 Οκτωβρίου τις προφορικές αγορεύσεις στην υπόθεση Suncor Energy (U.S.A.) Inc. v. County Commissioners of Boulder County, με τις ExxonMobil και Suncor Energy να επιχειρούν να σταματήσουν την αγωγή που έχει καταθέσει το Μπόλντερ του Κολοράντο. Το επίσημο πρόγραμμα του Supreme Court επιβεβαιώνει ότι η υπόθεση, με αριθμό 25-170, άνοιξε ουσιαστικά τη νέα δικαστική περίοδο.
Το Μπόλντερ υποστηρίζει ότι οι εταιρείες πρέπει να συνεισφέρουν οικονομικά στο κόστος αντιμετώπισης επιπτώσεων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, ενώ παράλληλα τις κατηγορεί ότι παραπλάνησαν το κοινό σχετικά με τους κινδύνους των ορυκτών καυσίμων. Οι εταιρείες απορρίπτουν τις κατηγορίες και υποστηρίζουν ότι τέτοιες αξιώσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για να ρυθμίζουν, μέσω της πολιτειακής νομοθεσίας, ένα παγκόσμιο ζήτημα όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες στην εταιρική ευθύνη
Η υπόθεση ξεπερνά τα όρια μιας διαφοράς ανάμεσα σε έναν δήμο και δύο ενεργειακές εταιρείες.
Οι τοπικές αρχές του Μπόλντερ επιδιώκουν οικονομική αποζημίωση για δαπάνες που συνδέονται με κλιματικές επιπτώσεις, όπως πυρκαγιές και πλημμύρες, καθώς και για το κόστος προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες. Η υπόθεση ξεκίνησε το 2018 και τα δικαστήρια του Κολοράντο επέτρεψαν μέχρι σήμερα να συνεχιστεί.
Η νομική επιχειρηματολογία του Μπόλντερ επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στον ισχυρισμό ότι οι εταιρείες προωθούσαν και εμπορεύονταν προϊόντα ορυκτών καυσίμων ενώ γνώριζαν τους κλιματικούς κινδύνους που συνδέονταν με τη χρήση τους.
Οι ExxonMobil και Suncor, από την πλευρά τους, υποστηρίζουν ότι οι πολιτειακές αξιώσεις εμποδίζονται από το ομοσπονδιακό δίκαιο και ειδικότερα από το πλαίσιο του Clean Air Act. Κατά την επιχειρηματολογία τους, η ρύθμιση των εκπομπών και της κλιματικής πολιτικής αποτελεί πρωτίστως ομοσπονδιακή αρμοδιότητα και δεν μπορεί να κατακερματίζεται μέσω διαφορετικών αγωγών σε κάθε πολιτεία.
Το ερώτημα που μπορεί να επηρεάσει δεκάδες climate lawsuits
Η σημασία της απόφασης έγκειται στο γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει μόνο την τύχη του Μπόλντερ.
Παρόμοιες υποθέσεις έχουν κινηθεί σε διαφορετικές περιοχές των ΗΠΑ, με πολιτείες και τοπικές κυβερνήσεις να επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν το πολιτειακό δίκαιο για να ζητήσουν οικονομική αποκατάσταση για κλιματικές ζημιές ή για φερόμενες παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές εταιρειών ορυκτών καυσίμων.
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, οι δικαστές εξέτασαν τις πιθανές συνέπειες μιας απόφασης που θα επέτρεπε σε τέτοιες αγωγές να συνεχιστούν. Ορισμένοι εξέφρασαν προβληματισμό για το κατά πόσο θα μπορούσε να δημιουργηθεί κύμα αντίστοιχων αξιώσεων σε ολόκληρη τη χώρα. Από την άλλη πλευρά, τέθηκαν ερωτήματα και για τα όρια της παρέμβασης του ομοσπονδιακού δικαίου σε παραδοσιακές αξιώσεις των πολιτειών.
Το Reuters αναφέρει ότι σήμερα βρίσκονται σε εξέλιξη σχεδόν 60 παρόμοιες υποθέσεις στις ΗΠΑ, γεγονός που ενισχύει τη σημασία της απόφασης για το ευρύτερο πεδίο της climate litigation.
Τι συμβαίνει εάν οι δικαστές μοιραστούν 4-4
Η υπόθεση έχει και μια ασυνήθιστη θεσμική παράμετρο.
Ο δικαστής Samuel Alito δεν συμμετέχει στη διαδικασία, αφήνοντας οκτώ δικαστές να αποφασίσουν την υπόθεση. Το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο ενημέρωσε επίσημα τις δύο πλευρές στις 28 Σεπτεμβρίου ότι ο Alito είχε αποφασίσει να μην συνεχίσει να συμμετέχει. Δημοσιεύματα συνδέουν την αποχή του με οικονομικά συμφέροντα σε εταιρείες πετρελαίου.
Αυτό δημιουργεί το ενδεχόμενο ισοψηφίας 4-4.
Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα υπάρξει δεσμευτική απόφαση του Supreme Court που να δημιουργεί νέο εθνικό προηγούμενο και η απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου θα παραμείνει σε ισχύ. Για το Μπόλντερ αυτό θα σήμαινε ότι η αγωγή του θα μπορούσε να συνεχιστεί.
Από το climate risk στο liability risk
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και από την οπτική του ESG, καθώς αναδεικνύει μια διαφορετική διάσταση του κλιματικού κινδύνου για τις επιχειρήσεις.
Για χρόνια, η συζήτηση επικεντρωνόταν κυρίως στον physical climate risk — ζημιές από πυρκαγιές, πλημμύρες, καύσωνες και άλλα ακραία φαινόμενα — και στον transition risk που δημιουργεί η μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Οι κλιματικές αγωγές προσθέτουν έναν τρίτο παράγοντα: τον liability risk, δηλαδή τον κίνδυνο οικονομικών υποχρεώσεων που μπορεί να προκύψουν μέσα από δικαστικές διαδικασίες.
Εάν δικαστήρια επιτρέψουν σε τοπικές αρχές να διεκδικούν αποζημιώσεις από παραγωγούς ορυκτών καυσίμων βάσει της πολιτειακής νομοθεσίας, η έκθεση των ενεργειακών εταιρειών σε climate litigation θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για επενδυτές, ασφαλιστές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Αντίθετα, μια απόφαση που θα αποδεχόταν ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις εμποδίζονται από το ομοσπονδιακό δίκαιο θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τη συγκεκριμένη νομική οδό για άλλες πόλεις και πολιτείες.
Προς το παρόν, πάντως, από τις προφορικές αγορεύσεις δεν προέκυψε σαφής πλειοψηφία υπέρ κάποιας συγκεκριμένης νομικής προσέγγισης. Η τελική απόφαση αναμένεται τους επόμενους μήνες και, σύμφωνα με το Reuters, έως το τέλος της τρέχουσας δικαστικής περιόδου, τον Ιούνιο του 2027.
Η έκβασή της θα δείξει σε ποιο βαθμό τα αμερικανικά δικαστήρια μπορούν να αποτελέσουν ένα ακόμη πεδίο λογοδοσίας για το οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής — και πού θα χαραχθεί η γραμμή ανάμεσα στην εταιρική ευθύνη, την πολιτειακή νομοθεσία και την ομοσπονδιακή κλιματική πολιτική.








