Για δεκαετίες, οι περισσότερες κατασκευές σχεδιάζονταν με βάση τις θερμοκρασίες, τις βροχοπτώσεις και τα ακραία φαινόμενα που γνωρίζαμε από το παρελθόν — στην καλύτερη περίπτωση, με βάση τις συνθήκες του παρόντος. Ένα ξενοδοχείο, ένας αυτοκινητόδρομος, ένα λιμάνι ή ένα ενεργειακό δίκτυο κατασκευαζόταν πάνω σε ιστορικά δεδομένα, παρότι θα συνεχίσει να λειτουργεί για αρκετές δεκαετίες, σε ένα κλίμα πολύ διαφορετικό από το σημερινό.
.
Αυτό επιχειρεί να αλλάξει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Για πρώτη φορά με τόσο ενιαίο και θεσμικό τρόπο, η συζήτηση μετατοπίζεται από το εάν μια κατασκευή αντέχει στις σημερινές συνθήκες στο εάν θα μπορεί να λειτουργεί με ασφάλεια το 2050 — και ακόμη αργότερα.
Πώς θα ανταποκριθεί ένα ξενοδοχείο σε μεγαλύτερες περιόδους λειψυδρίας και σε υψηλότερες ανάγκες ψύξης; Μπορεί ένας δρόμος να αντέξει εντονότερες πλημμύρες και ακραίες θερμοκρασίες; Είναι ένα λιμάνι προετοιμασμένο για την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και τις διακοπές στις εφοδιαστικές αλυσίδες; Και πόσο βιώσιμη είναι τελικά μια επένδυση, εάν σχεδιάζεται για ένα κλίμα που δεν θα υπάρχει πλέον;
Σε αυτή την απόσταση ανάμεσα στις παραδοχές του χθες και στις συνθήκες του αύριο επιχειρεί να απαντήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το νέο Πλαίσιο Κλιματικής Ανθεκτικότητας και την πρόταση για Ευρωπαϊκό Νόμο για την Κλιματική Ανθεκτικότητα, που παρουσίασε στις 27 Οκτωβρίου. Η νέα φιλοσοφία είναι σαφής: η Ευρώπη θέλει να σταματήσει να κατασκευάζει με το βλέμμα στραμμένο στον καθρέφτη. Οι κλιματικοί κίνδυνοι θα πρέπει να ενσωματώνονται εξαρχής στον σχεδιασμό πολιτικών, υποδομών και επενδύσεων — και όχι να εξετάζονται εκ των υστέρων, όταν η ζημιά έχει ήδη συμβεί.
Τι προβλέπει ο νέος ευρωπαϊκός νόμος
Η πρόταση δεν καθορίζει συγκεκριμένα τεχνικά πρότυπα για κάθε κτίριο, δρόμο ή λιμάνι. Δημιουργεί, όμως, ένα κοινό πλαίσιο βάσει του οποίου η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη θα πρέπει να εντοπίζουν, να αξιολογούν και να διαχειρίζονται τους κλιματικούς κινδύνους.
Πρώτος πυλώνας είναι η θέσπιση μιας κοινής «τροχιάς αναφοράς» για την υπερθέρμανση. Το σχέδιο χρησιμοποιεί ως βάση παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,5°C έως το 2030, 2°C έως το 2050 και 3°C έως το τέλος του αιώνα, σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Η τροχιά αυτή δεν αντικαθιστά τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού ούτε σημαίνει ότι η Ευρώπη αποδέχεται την υπερθέρμανση των 3°C. Λειτουργεί ως κοινό σενάριο κινδύνου: οι δημόσιες αρχές θα πρέπει να σχεδιάζουν και να αξιολογούν τις επενδύσεις τους λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο το επιθυμητό κλιματικό αποτέλεσμα, αλλά και το δυσμενέστερο ενδεχόμενο προς το οποίο οδηγούν οι σημερινές παγκόσμιες δεσμεύσεις. Το επεξηγηματικό κείμενο της Επιτροπής προειδοποιεί ότι, σε ένα σενάριο παγκόσμιας θέρμανσης περίπου 3°C έως το τέλος του αιώνα, η μέση αύξηση της θερμοκρασίας στην Ευρώπη θα μπορούσε να φτάσει τους 4°C έως 5°C, καθώς η ήπειρος θερμαίνεται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Ο δεύτερος πυλώνας είναι οι συστηματικότερες αξιολογήσεις κλιματικού κινδύνου. Δεν θα εξετάζονται μόνο οι προφανείς απειλές, όπως οι πυρκαγιές ή οι πλημμύρες, αλλά και οι αλυσιδωτές επιπτώσεις: τι συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν μια περίοδος ξηρασίας περιορίζει την παραγωγή ενέργειας, επηρεάζει τη γεωργία και ταυτόχρονα αυξάνει τις ανάγκες ύδρευσης μιας τουριστικής περιοχής. Οι αξιολογήσεις θα πρέπει να καλύπτουν βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους κινδύνους, ακραία σενάρια, σημεία καμπής και διασυνοριακές επιπτώσεις. Θα εξετάζουν επίσης κατά πόσο συγκεκριμένες περιοχές και κοινωνικές ομάδες είναι περισσότερο εκτεθειμένες.
Για κάθε σημαντικό κίνδυνο θα πρέπει να ορίζεται ένας «ιδιοκτήτης πολιτικής»: η δημόσια αρχή που αναλαμβάνει ξεκάθαρα την ευθύνη για την παρακολούθηση και τη διαχείρισή του. Στόχος είναι να μην παραμένουν κρίσιμα ζητήματα εγκλωβισμένα ανάμεσα στις αρμοδιότητες υπουργείων, περιφερειών, δήμων και διαφορετικών υπηρεσιών. Η Επιτροπή θα πρέπει, σύμφωνα με την πρόταση, να ολοκληρώσει την επόμενη ευρωπαϊκή αξιολόγηση κλιματικών κινδύνων έως τον Ιούνιο του 2028 και να υιοθετήσει ενιαίο ευρωπαϊκό στρατηγικό σχέδιο έως τις 30 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς.
Τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει τις δικές τους αξιολογήσεις έως τον Ιούνιο του 2029 και να υιοθετήσουν εθνικά στρατηγικά σχέδια κλιματικής ανθεκτικότητας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030. Τα σχέδια θα αναθεωρούνται ανά πενταετία και θα πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, λύσεις βασισμένες στη φύση και μέτρα για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και περιοχές. Από το 2030, η Eurostat προβλέπεται επίσης να δημοσιεύει κάθε χρόνο στοιχεία για τους θανάτους και τις οικονομικές απώλειες που αποδίδονται στην κλιματική αλλαγή. Παράλληλα, η πρόοδος των κρατών θα εξετάζεται και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, συνδέοντας σταδιακά την κλιματική ανθεκτικότητα με τις οικονομικές και επενδυτικές προτεραιότητες κάθε χώρας.
Από την αποκατάσταση στην πρόληψη
Πίσω από τη νομοθετική πρωτοβουλία βρίσκεται ένας λογαριασμός που αυξάνεται. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι οικονομικές απώλειες από κλιματικές ζημιές στην Ευρώπη την περίοδο 2022–2025 ανήλθαν σε περίπου 200 δισ. ευρώ — κατά μέσο όρο 50 δισ. ευρώ τον χρόνο. Τα προκαταρκτικά στοιχεία για τους καύσωνες του 2026 κάνουν λόγο για περισσότερους από 35.000 θανάτους και απώλειες οικονομικής παραγωγής 113 δισ. ευρώ.
Η Ευρώπη εκτιμά ότι χρειάζονται περίπου 70 δισ. ευρώ επενδύσεων ετησίως για την ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι κάθε ευρώ που δαπανάται εγκαίρως για την προσαρμογή μπορεί να επιστρέψει πολλαπλάσια αξία μέσα από ζημιές που αποφεύγονται. Αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η βιωσιμότητα μιας επένδυσης. Δεν αρκεί πλέον ένα έργο να έχει χαμηλότερες εκπομπές ή μικρότερη κατανάλωση ενέργειας. Θα πρέπει να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί σε συνθήκες μεγαλύτερης ζέστης, λειψυδρίας, πλημμυρών, πυρκαγιών και διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η νομοθετική πρόταση δεν επιβάλλει άμεσες νέες υποχρεώσεις στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Απευθύνεται πρωτίστως στην ΕΕ, στα κράτη-μέλη και στις δημόσιες αρχές. Η επιρροή της στην αγορά θα είναι έμμεση, αλλά ουσιαστική: μέσω των δημόσιων έργων, των χωροταξικών αποφάσεων, των περιβαλλοντικών αξιολογήσεων, των κρατικών χρηματοδοτήσεων, των προμηθειών και των τεχνικών απαιτήσεων που θα εφαρμόζονται στις υποδομές.
Για να στηρίξει τον σχεδιασμό, η ΕΕ παρουσίασε και τρία ψηφιακά εργαλεία. Το European Climate Viewer θα αποτυπώνει τις μελλοντικές κλιματικές απειλές ανά περιοχή. Ο Navigator of Climate Resilience Tools θα επιτρέπει σε δημόσιες αρχές και επιχειρήσεις να αναζητούν εργαλεία ανά κλάδο και κίνδυνο. Το Mission Solutions Explorer θα συγκεντρώνει εφαρμοσμένες λύσεις προσαρμογής, ώστε επιτυχημένες πρακτικές να μπορούν να αναπαραχθούν σε άλλες περιοχές.
Το ελληνικό τεστ ανθεκτικότητας
Για την Ελλάδα, η πρόταση δεν αφορά ένα μακρινό σενάριο. Οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες, οι καύσωνες, η παράκτια διάβρωση και η λειψυδρία επηρεάζουν ήδη δημόσιες υποδομές και παραγωγικούς κλάδους. Στον τουρισμό, μια νέα ξενοδοχειακή μονάδα θα πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο βάσει της σημερινής ζήτησης και της ενεργειακής της απόδοσης, αλλά και βάσει της μελλοντικής διαθεσιμότητας νερού, των αναγκών ψύξης, του κινδύνου πυρκαγιάς και της δυνατότητας ασφαλούς πρόσβασης.
Στις κατασκευές και στα ακίνητα, η τοποθεσία, η σκίαση, τα υλικά, η διαχείριση των όμβριων υδάτων και η αντοχή σε ακραίες θερμοκρασίες αποκτούν άμεση οικονομική αξία. Ένα κτίριο που φαίνεται σήμερα αποδοτικό μπορεί να γίνει δυσλειτουργικό ή πολύ ακριβό στη χρήση του μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Στις μεταφορές και στην ενέργεια, δρόμοι, λιμένες και δίκτυα θα πρέπει να σχεδιάζονται ώστε να αντέχουν όχι μόνο ένα μεμονωμένο ακραίο φαινόμενο, αλλά και τον συνδυασμό διαδοχικών κρίσεων. Η αγροδιατροφή θα χρειαστεί να επανεξετάσει τις καλλιέργειες, τις ανάγκες άρδευσης και την ανθεκτικότητα των προμηθευτών της.
Αντίστοιχα, τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες θα πρέπει να γνωρίζουν καλύτερα τον φυσικό κλιματικό κίνδυνο που κρύβεται πίσω από ένα ακίνητο, μια τουριστική επένδυση ή μια μακροχρόνια χρηματοδότηση. Όσο περισσότερα κοινά δεδομένα γίνονται διαθέσιμα, τόσο δυσκολότερο θα είναι να αντιμετωπίζεται ο κλιματικός κίνδυνος ως ένας γενικός παράγοντας που μπορεί να μετατεθεί στο μέλλον.
Η νέα ευρωπαϊκή πρόταση δεν σημαίνει ότι από αύριο κάθε ελληνική επιχείρηση αποκτά ακόμη μία υποχρέωση συμμόρφωσης. Δείχνει, όμως, την κατεύθυνση: η κλιματική ανθεκτικότητα περνά σταδιακά από τις εκθέσεις βιωσιμότητας στους προϋπολογισμούς, στις τεχνικές προδιαγραφές και στις αποφάσεις για το πού και πώς επενδύονται τα κεφάλαια.
Το ερώτημα για κάθε νέα κατασκευή δεν θα είναι πλέον μόνο πόσες εκπομπές παράγει. Θα είναι εάν μπορεί να παραμείνει λειτουργική και ασφαλής το 2050 — σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο μάθαμε να χτίζουμε.








