Η επέκταση των πρακτικών βιωσιμότητας και στην πλευρά του παθητικού των κεντρικών τραπεζών —συμπεριλαμβανομένου του χρέους που εκδίδουν και των αποθεματικών τους— τίθεται πλέον ανοιχτά στο επίκεντρο των συζητήσεων των ρυθμιστικών αρχών, σύμφωνα με νέα τεχνική έκθεση του Network for Greening the Financial System (NGFS).
.
Στην έκθεση με τίτλο Greening Monetary Policy Operations: Exploring Additional Options, που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο 2026, το NGFS υποστηρίζει ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν —υπό την προϋπόθεση ότι το επιτρέπουν τα καταστατικά τους— να ενσωματώσουν κλιματικά κριτήρια όχι μόνο στις αγορές περιουσιακών στοιχείων και στα εργαλεία ρευστότητας, αλλά και στη διαχείριση των υποχρεώσεών τους
Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών επικεντρώνονταν στην πλευρά του ενεργητικού, όπως στις αγορές ομολόγων, στα πλαίσια αποδοχής ενεχύρων και στα στοχευμένα δάνεια προς το τραπεζικό σύστημα. Το NGFS επισημαίνει ότι αυτά τα εργαλεία είναι συχνά κυκλικά και η αποτελεσματικότητά τους περιορίζεται όταν το νομισματικό περιβάλλον αλλάζει ή όταν υπάρχει διαρθρωτικό πλεόνασμα ρευστότητας.

Για τον λόγο αυτό, η νέα ανάλυση εξετάζει σενάρια όπως η εισαγωγή «πράσινων» ελάχιστων αποθεματικών, η διαφοροποίηση της αμοιβής των τραπεζικών καταθέσεων στις κεντρικές τράπεζες με βάση κλιματικά κριτήρια και —κυρίως— η έκδοση βραχυπρόθεσμων τίτλων κεντρικής τράπεζας με χαρακτηριστικά βιωσιμότητας. Σύμφωνα με το NGFS, τέτοιου είδους εργαλεία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στα υφιστάμενα μέσα νομισματικής πολιτικής και να δημιουργήσουν πιο σταθερά κίνητρα υπέρ της πράσινης χρηματοδότησης σε βάθος χρόνου.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι κεντρικές τράπεζες οφείλουν να κινηθούν με προσοχή, ώστε να μη θιγεί η βασική τους εντολή για σταθερότητα τιμών και νομίσματος. Το NGFS αναγνωρίζει ότι η ενσωμάτωση κλιματικών κριτηρίων μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με την αρχή της «ουδετερότητας της αγοράς», σημειώνοντας ωστόσο ότι οι αγορές συχνά δεν αποτιμούν επαρκώς τους κλιματικούς κινδύνους, δημιουργώντας στρεβλώσεις υπέρ δραστηριοτήτων υψηλών εκπομπών.
Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Ευρωσύστημα διαθέτει ήδη δευτερεύουσα εντολή στήριξης των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, αυτό ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω ενσωμάτωση των στόχων της Πράσινης Συμφωνίας και στη λειτουργία της νομισματικής πολιτικής, εφόσον δεν υπονομεύεται ο πρωταρχικός στόχος σταθερότητας
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η συζήτηση αφορά άμεσα τον ρόλο της Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο του Ευρωσύστημα, καθώς τυχόν αλλαγές στη διαχείριση αποθεματικών, στις πράξεις ρευστότητας ή στη δομή των τίτλων κεντρικής τράπεζας θα εφαρμόζονται σε ενιαίο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το NGFS σημειώνει ότι τέτοια εργαλεία θα μπορούσαν, έμμεσα, να επηρεάσουν τη ροή κεφαλαίων προς επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ανθεκτικές υποδομές και έργα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, τομείς που βρίσκονται στον πυρήνα της ελληνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.
Η έκθεση καταλήγει ότι, παρότι τα εργαλεία «πρασινίσματος» της πλευράς των υποχρεώσεων βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και απαιτούν περαιτέρω τεχνική και νομική επεξεργασία, αποτελούν πλέον μέρος της θεσμικής συζήτησης για το πώς οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των κλιματικών κινδύνων και στη στήριξη της μετάβασης σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών, χωρίς να υπερβαίνουν τις αρμοδιότητές τους.








