Ανησυχία για τη σταδιακή αποδυνάμωση των δικαιωμάτων των ανεξάρτητων μετόχων εκφράζει το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές μεγάλες αγορές οι κανόνες γίνονται πιο ευνοϊκοί για ιδρυτές και insiders εις βάρος των υπόλοιπων επενδυτών.
.
Το νορβηγικό sovereign wealth fund, με περιουσιακά στοιχεία περίπου 2,3 τρισ. δολαρίων, επενδύει τα έσοδα του νορβηγικού κράτους από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και κατέχει κατά μέσο όρο περίπου το 1,5% όλων των εισηγμένων εταιρειών παγκοσμίως.
Η θέση του στην αγορά το καθιστά έναν από τους σημαντικότερους θεσμικούς επενδυτές διεθνώς και έναν οργανισμό που έχει επανειλημμένα επηρεάσει τη συζήτηση γύρω από ζητήματα ESG και εταιρικής διακυβέρνησης.
Σήμερα, όμως, τα στελέχη του βλέπουν μια τάση που τους ανησυχεί.
Το πρόβλημα των dual-share classes
Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι η εξάπλωση των dual-share structures, δηλαδή εταιρικών σχημάτων στα οποία διαφορετικές κατηγορίες μετοχών συνοδεύονται από διαφορετικά δικαιώματα ψήφου.
Συνήθως οι ιδρυτές και τα ανώτερα στελέχη διατηρούν μετοχές με ενισχυμένη ψήφο, ενώ οι ανεξάρτητοι επενδυτές αγοράζουν κοινές μετοχές με περιορισμένη επιρροή στη διοίκηση.
Η Κάριν Σμιθ Ιενάχο, επικεφαλής εταιρικής διακυβέρνησης και συμμόρφωσης του fund, σημείωσε ότι η υποχώρηση των δικαιωμάτων των μετόχων δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ.
Ανάλογες τάσεις, όπως είπε, καταγράφονται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ευρώπη και στο Χονγκ Κονγκ.
Η ανησυχία δεν αφορά μόνο τα δικαιώματα ψήφου. Το fund παρακολουθεί επίσης αλλαγές στις υποχρεώσεις εταιρικής πληροφόρησης, οι οποίες σε ορισμένες αγορές γίνονται περισσότερο εθελοντικές, αλλά και περιορισμούς στη δυνατότητα των επενδυτών να προσφεύγουν νομικά κατά εταιρειών και διοικητικών συμβουλίων.
Η μάχη των χρηματιστηρίων για τα IPOs
Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του fund, Νικολάι Τάνγκεν, ένας από τους λόγους πίσω από τη μεταβολή είναι ο αυξανόμενος ανταγωνισμός μεταξύ των χρηματιστηρίων για την προσέλκυση μεγάλων IPOs.
Οι αγορές, στην προσπάθειά τους να κερδίσουν νέες εισαγωγές, εμφανίζονται πιο πρόθυμες να αποδεχθούν αποκλίσεις από παραδοσιακές αρχές εταιρικής διακυβέρνησης.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο δίλημμα: πόσο μακριά μπορούν να πάνε οι αγορές στην προσπάθειά τους να γίνουν ελκυστικές για ισχυρούς ιδρυτές χωρίς να αποδυναμώνουν τα δικαιώματα των μετόχων που βάζουν το κεφάλαιο;
Η περίπτωση της SpaceX
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά τη συμμετοχή του νορβηγικού fund στην πρόσφατη εισαγωγή της SpaceX.
Το ταμείο ανακοίνωσε ότι κατείχε στις 30 Ιουνίου ποσοστό 0,05% στην εταιρεία, αξίας περίπου 1,22 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με τη στάθμισή της στον δείκτη αναφοράς του fund.
Ο Έλον Μασκ διατηρεί πάνω από το 80% των δικαιωμάτων ψήφου και συνδυάζει τους ρόλους του προέδρου, του διευθύνοντος συμβούλου και του chief technology officer.
Τα στελέχη του νορβηγικού fund απέφυγαν να σχολιάσουν ειδικά την εταιρική διακυβέρνηση της SpaceX.
Σε γενικό επίπεδο, όμως, η Σμιθ Ιενάχο υπογράμμισε ότι όταν ένας ιδρυτής διαθέτει ενισχυμένα δικαιώματα ψήφου πρέπει να υπάρχουν σαφείς δικλίδες ασφαλείας.
Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, sunset clauses, δηλαδή προβλέψεις που περιορίζουν ή καταργούν τα ειδικά δικαιώματα ψήφου μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Η εταιρική διακυβέρνηση ξανά στο προσκήνιο
Το νορβηγικό fund έχει ήδη αρχίσει να θέτει το ζήτημα σε χρηματιστήρια, ρυθμιστικές αρχές και εταιρείες.
Η θέση του είναι ότι η προσέλκυση νέων επιχειρήσεων στις κεφαλαιαγορές δεν θα πρέπει να οδηγεί σε μόνιμη αποδυνάμωση των δικαιωμάτων των ανεξάρτητων επενδυτών.
Το θέμα αγγίζει μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από το Governance, το «G» του ESG, σε μια περίοδο κατά την οποία η προσοχή των αγορών έχει μετατοπιστεί περισσότερο προς την ανάπτυξη, την τεχνολογία και τα μεγάλα IPOs.
Για έναν επενδυτή του μεγέθους του νορβηγικού fund, όμως, η ποιότητα της εταιρικής διακυβέρνησης δεν είναι δευτερεύον ζήτημα.
Όσο περισσότερο οι ιδρυτές αποκτούν τη δυνατότητα να αντλούν κεφάλαια χωρίς να παραχωρούν αντίστοιχη επιρροή στους νέους μετόχους, τόσο πιο κρίσιμο γίνεται το ερώτημα ποιος τελικά ελέγχει τις εταιρείες — και ποιος προστατεύει εκείνους που τις χρηματοδοτούν.








