Οι αμερικανικές επιχειρήσεις εντείνουν τις επενδύσεις στην ψηφιακή βιωσιμότητα, εστιάζοντας σε μετρήσιμα οικονομικά και λειτουργικά οφέλη, ακόμη και καθώς το ομοσπονδιακό ρυθμιστικό πλαίσιο μεταβάλλεται και οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης περιορίζονται. Αυτό προκύπτει από τη νέα έκθεση του Information Services Group (ISG), με τίτλο «2025 ISG Provider Lens® U.S. and Global Digital Sustainability».
.
Σύμφωνα με την έρευνα, οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ διατηρούν ή αυξάνουν τις επενδύσεις τους σε τεχνολογίες βιωσιμότητας που αποδίδουν άμεσα αποτελέσματα, ιδιαίτερα σε ενεργοβόρους και κεφαλαιουχικούς κλάδους. Αντί να επικεντρώνονται σε ευρείες πρωτοβουλίες συμμόρφωσης, δίνουν προτεραιότητα σε έργα που μειώνουν λειτουργικά κόστη, βελτιώνουν την ποιότητα δεδομένων και ενισχύουν τη διασφάλιση βιωσιμότητας σε ένα κατακερματισμένο ρυθμιστικό περιβάλλον (πολιτειακό, ομοσπονδιακό και διεθνές).
Όπως σημειώνει η Kathy Rudy, Partner στο ISG, οι επιχειρήσεις «μετακινούνται από τη βιωσιμότητα ως άσκηση αναφοράς, στη βιωσιμότητα ως πηγή επιχειρηματικής αξίας», αναγνωρίζοντας την ανάγκη προσαρμογής σε νέα επιχειρηματικά μοντέλα και στη μετάβαση της ενέργειας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη δημιουργία ενιαίων συστημάτων ESG σε επίπεδο ομίλου, που ευθυγραμμίζουν τα δεδομένα βιωσιμότητας με τα οικονομικά στοιχεία. Μεγάλες εταιρείες ενοποιούν κατακερματισμένες πηγές δεδομένων σε «single systems of record», μειώνοντας το κόστος αναφορών και βελτιώνοντας την ετοιμότητα για ελέγχους. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει ταχύτερους κύκλους αναφοράς και συνεπείς δημοσιοποιήσεις, ειδικά για δραστηριότητες που υπάγονται σε απαιτήσεις όπως αυτές της Καλιφόρνιας ή διεθνών πλαισίων.
Παράλληλα, αυξάνονται οι επενδύσεις σε διαφάνεια εφοδιαστικής αλυσίδας και σε αποτύπωμα άνθρακα προϊόντων. Οι επιχειρήσεις υιοθετούν λύσεις που συλλέγουν αναλυτικά δεδομένα προμηθευτών και carbon footprints σε επίπεδο προϊόντος ή λίστας υλικών (bill of materials), με στόχο τον εντοπισμό ευαλωτοτήτων, τη διαχείριση κινδύνων και τη θωράκιση εσόδων σε σύνθετες παγκόσμιες αλυσίδες αξίας.
Ισχυρή δυναμική καταγράφεται και στις τεχνολογίες διαχείρισης ενέργειας και δικτύου, καθώς η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται απότομα, ιδίως λόγω της ανάπτυξης φορτίων τεχνητής νοημοσύνης και data centers. Οι επιχειρήσεις εγκαθιστούν συστήματα που βελτιστοποιούν την κατανάλωση, διαχειρίζονται αποκεντρωμένους ενεργειακούς πόρους και περιορίζουν την έκθεση σε περιορισμούς δικτύου.
Όπως επισημαίνει ο Matt Warburton, Principal Consultant στο ISG και βασικός συντάκτης της έκθεσης, οι επενδύσεις στην ψηφιακή βιωσιμότητα «δικαιολογούνται πλέον με σκληρούς δείκτες, όπως η εξοικονόμηση ενέργειας, η ταχύτητα αναφορών και η μείωση κινδύνου», συνδέοντας άμεσα τα αποτελέσματα βιωσιμότητας με την οικονομική και λειτουργική απόδοση.
Η έκθεση αξιολογεί 68 παρόχους στην αμερικανική αγορά σε τρεις κατηγορίες (Strategy and Enablement Services, OT and Industry-Specific Solutions and Services, IT Solutions and Services). Ως Leaders και στις τρεις κατηγορίες αναδεικνύονται οι Accenture, Capgemini, Cognizant, HCLTech, IBM, Infosys, TCS και Wipro.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η έκθεση εξετάζει 56 παρόχους σε δύο κατηγορίες (Data Advisory and Integration Services και Data Platforms and Managed Services), με τις Accenture, Capgemini, Cognizant, Genpact, HCLTech, IBM, Infosys, Tech Mahindra και Wipro να ξεχωρίζουν ως Leaders και στις δύο.
Η συνολική εικόνα που αποτυπώνεται είναι ότι η ψηφιακή βιωσιμότητα μετατρέπεται σε στρατηγικό εργαλείο επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και διαχείρισης ρίσκου, με επίκεντρο την ενεργειακή αποδοτικότητα, την ενοποίηση δεδομένων και τη σύνδεση ESG επιδόσεων με οικονομικά αποτελέσματα.
Πηγή: Information Services Group (ISG)








