Η συζήτηση γύρω από το ESG στον τραπεζικό κλάδο εντείνεται, καθώς θεσμικοί επενδυτές και συνταξιοδοτικά ταμεία αυξάνουν την πίεση προς μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες που εμφανίζονται να αναθεωρούν τις κλιματικές τους δεσμεύσεις. Το ζήτημα του ESG βρέθηκε στο επίκεντρο των ετήσιων γενικών συνελεύσεων, με ενδείξεις δυσαρέσκειας ακόμη και σε επίπεδο ψηφοφοριών.
.
Στην περίπτωση της NatWest Group, η επανεκλογή του προέδρου Rick Haythornthwaite συγκέντρωσε ποσοστό 92,1%, μειωμένο αισθητά από το 97,63% της προηγούμενης χρονιάς, στοιχείο που ερμηνεύεται ως «σιωπηρή ψήφος διαμαρτυρίας». Όπως σημείωσε η Laura Hillis, η πτώση αυτή αντανακλά απογοήτευση, κυρίως από μικρότερους μετόχους, υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και μικρές μεταβολές σε τέτοιες ψηφοφορίες έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Η πίεση οργανώνεται και συντονισμένα. Επενδυτές με υπό διαχείριση κεφάλαια ύψους 1,38 τρισ. δολαρίων, υπό την καθοδήγηση της ShareAction, εξέφρασαν ανησυχίες για τη χαλάρωση των πολιτικών χρηματοδότησης, ειδικά σε μια κρίσιμη περίοδο για την ενεργειακή μετάβαση. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και το συνταξιοδοτικό ταμείο Nest Corporation, το οποίο μάλιστα αναθεώρησε την πολιτική ψήφου του, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο καταψήφισης διοικήσεων που περιορίζουν τη φιλοδοξία τους στο ESG χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.
Οι επενδυτές προειδοποιούν για τον αυξανόμενο κίνδυνο «παγιδευμένων περιουσιακών στοιχείων» (stranded assets), ιδιαίτερα στον τομέα των ορυκτών καυσίμων, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τα χαρτοφυλάκια δανεισμού των τραπεζών. Η Jeanne Martin υπογράμμισε ότι η μετάβαση σε καθαρή ενέργεια δημιουργεί σημαντικούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους για τους δανειστές.
Την ίδια ώρα, η διοίκηση της NatWest απορρίπτει τις κατηγορίες περί «οπισθοχώρησης». Ο Haythornthwaite επανέλαβε ότι η τράπεζα παραμένει προσηλωμένη στον στόχο μείωσης κατά τουλάχιστον 50% του κλιματικού αποτυπώματος των χρηματοδοτήσεών της έως το 2030, κάνοντας λόγο για μια «πραγματιστική προσέγγιση» που λαμβάνει υπόψη τις σύνθετες ανάγκες της μετάβασης.
Ωστόσο, οι αλλαγές πολιτικής έχουν ήδη καταγραφεί. Τον Φεβρουάριο, η NatWest διεύρυνε τα κριτήρια χρηματοδότησης για πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ενώ εγκατέλειψε στόχους μείωσης εκπομπών σε κλάδους όπως το αλουμίνιο, το τσιμέντο και ο χάλυβας. Παράλληλα, εξετάζονται νέες ευκαιρίες, όπως επενδύσεις σε υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στις ΗΠΑ.
Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στη NatWest. Στην HSBC και τη Banco Santander καταγράφονται επίσης αντιδράσεις από μετόχους, μετά την αναθεώρηση των κλιματικών τους στόχων. Στη Santander, η επανεκλογή της Sol Daurella Comadrán συγκέντρωσε 96,5%, ποσοστό χαμηλότερο σε σχέση με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
Το ευρύτερο πλαίσιο δείχνει και γεωγραφική διαφοροποίηση. Ευρωπαϊκά και βρετανικά funds εμφανίζονται πιο αυστηρά σε ζητήματα ESG σε σχέση με τις ΗΠΑ, όπου η πολιτική στήριξη προς τα ορυκτά καύσιμα —ιδίως μετά την επανεκλογή του Donald Trump— έχει επηρεάσει τη στάση των αγορών.
Υπενθυμίζεται ότι τράπεζες όπως η Barclays, η HSBC, η NatWest και η Santander ήταν ιδρυτικά μέλη της Net-Zero Banking Alliance το 2021, ωστόσο η συμμαχία αποδυναμώθηκε σημαντικά μετά αποχωρήσεις μεγάλων αμερικανικών τραπεζών το 2025.
Ειδικά για τη Barclays, πρόσφατη έκθεση ανέδειξε ότι αποτέλεσε τον μεγαλύτερο χρηματοδότη ορυκτών καυσίμων στην Ευρώπη το 2024, αυξάνοντας τη σχετική δραστηριότητα κατά 55% στα 35,4 δισ. δολάρια, γεγονός που την έχει φέρει στο στόχαστρο ακτιβιστών.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η μετάβαση στο ESG δεν είναι πλέον μόνο θέμα στρατηγικής επιλογής, αλλά και πεδίο έντονης σύγκρουσης μεταξύ διοικήσεων και επενδυτών, με άμεσες επιπτώσεις στη διακυβέρνηση, τη χρηματοδότηση και την αξιολόγηση κινδύνου στον τραπεζικό τομέα.
Πηγή: Financial Times








