Η φύση αρχίζει να ανακάμπτει σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη, με την αποκατάσταση δασών, ποταμών, υγροτόπων, παράκτιων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων να βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
.
Η νέα έκθεση Restoration Progress Report: Nature’s Comeback, που δημοσιεύθηκε στις 29 Οκτωβρίου από το UNEP και εταίρους του, αποτελεί την πρώτη συνολική αποτίμηση της προόδου στην αποκατάσταση όλων των τύπων οικοσυστημάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της, περίπου 252 εκατ. εκτάρια υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων σε 149 χώρες βρίσκονται υπό αποκατάσταση το 2026, αποτελώντας τη μεγαλύτερη τεκμηριωμένη παγκόσμια προσπάθεια του είδους μέχρι σήμερα.
Πάνω από ένα εκατομμύριο «πράσινες» θέσεις εργασίας
Οι πρωτοβουλίες που έχουν αναγνωριστεί ως UN World Restoration Flagships συνδέονται ήδη με τη δημιουργία περισσότερων από 1 εκατ. πράσινων θέσεων εργασίας, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι έχουν λάβει εκπαίδευση σε δραστηριότητες αποκατάστασης οικοσυστημάτων.
Σε παγκόσμια κλίμακα, το UNEP εκτιμά ότι η αποκατάσταση της φύσης θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερες από 32 εκατ. επιπλέον θέσεις εργασίας έως το 2030. Παράλληλα, έχει αυξηθεί η πολιτική στήριξη για την αποκατάσταση οικοσυστημάτων, με νέες δεσμεύσεις να καλύπτουν γλυκά νερά, μαγκρόβια δάση, κοραλλιογενείς υφάλους, δάση φυκιών και άλλα οικοσυστήματα.
Μόλις στο 34% της απαιτούμενης πορείας
Παρά την πρόοδο, η έκθεση προειδοποιεί ότι ο κόσμος εξακολουθεί να μην βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης του στόχου για το 2030. Το Παγκόσμιο Πλαίσιο για τη Βιοποικιλότητα Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ προβλέπει ότι τουλάχιστον το 30% των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων θα πρέπει να έχει τεθεί υπό αποτελεσματική αποκατάσταση έως το τέλος της δεκαετίας.
Τα 252 εκατ. εκτάρια που αποκαθίστανται σήμερα αντιστοιχούν μόλις στο 34% του ενδεικτικού παγκόσμιου ορόσημου που συνδέεται με τον συγκεκριμένο στόχο.
Η εικόνα διαφέρει αισθητά ανάλογα με το είδος του οικοσυστήματος. Στην ξηρά, η αποκατάσταση έχει φθάσει σχεδόν στο μισό του παγκόσμιου στόχου και θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχετικά καλή πορεία. Αντίθετα, τα θαλάσσια και παράκτια οικοσυστήματα έχουν φθάσει μόλις στο 23% του αντίστοιχου στόχου, ενώ τα οικοσυστήματα γλυκού νερού –τα οποία συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που υποβαθμίζονται ταχύτερα– βρίσκονται μόλις στο 5%.
Από το ένα δισ. εκτάρια στα 252 εκατ.
Το 2021, το UNEP και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ εγκαινίασαν τη Δεκαετία των Ηνωμένων Εθνών για την Αποκατάσταση των Οικοσυστημάτων. Τότε, κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί είχαν δεσμευθεί να αποκαταστήσουν περίπου 1 δισ. εκτάρια υποβαθμισμένης γης, έκταση μεγαλύτερη από την Κίνα.
Πέντε χρόνια αργότερα, η νέα έκθεση επιχειρεί για πρώτη φορά να αποτιμήσει συνολικά πόσο έχει προχωρήσει η εφαρμογή αυτών των δεσμεύσεων. Η έκθεση εξετάζει όχι μόνο τα εκτάρια υπό αποκατάσταση, αλλά και την πρόοδο σε σχέση με δεσμεύσεις για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα, καθώς και τα κενά σε χρηματοδότηση, παρακολούθηση και εφαρμογή.
Γιατί η αποκατάσταση της φύσης έχει οικονομική σημασία
Το UNEP υπογραμμίζει ότι η αποκατάσταση οικοσυστημάτων δεν αφορά μόνο την προστασία ειδών και τοπίων. Τα φυσικά οικοσυστήματα παρέχουν τροφή, νερό, απασχόληση και προστασία από ακραία καιρικά φαινόμενα, ενώ συμβάλλουν και στην αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα.
Σύμφωνα με έρευνες που επικαλείται η έκθεση, η αποκατάσταση μόλις του 15% των περιοχών υψηλής προτεραιότητας παγκοσμίως θα μπορούσε να αποτρέψει το 60% των προβλεπόμενων εξαφανίσεων ειδών.
Παράλληλα, η αγροδασοπονία –ο συνδυασμός δέντρων με γεωργικές καλλιέργειες ή κτηνοτροφία– θα μπορούσε να ενισχύσει την επισιτιστική ασφάλεια για 1,3 δισ. ανθρώπους. Η αποκατάσταση οικοσυστημάτων μπορεί επίσης να αυξήσει την αποθήκευση άνθρακα και να συμβάλει στην προσπάθεια συγκράτησης της υπερθέρμανσης του πλανήτη κάτω από τους 2°C.
Τετραπλάσια χρηματοδότηση έως το 2030
Το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει η χρηματοδότηση. Σύμφωνα με το UNEP, οι ετήσιες επενδύσεις στην αποκατάσταση της φύσης πρέπει να αυξηθούν από περίπου 64 δισ. δολάρια σήμερα σε 296 δισ. δολάρια έως το 2030.
Πρόκειται για αύξηση άνω των τεσσάρων φορές μέσα σε λίγα χρόνια. Η οικονομική δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι το κόστος των έργων είναι άμεσο, ενώ τα οικονομικά οφέλη –όπως η προστασία από πλημμύρες, η βελτίωση της ποιότητας του νερού, η αποθήκευση άνθρακα ή η αποκατάσταση της βιοποικιλότητας– συχνά εμφανίζονται σε βάθος χρόνου.
Για τον λόγο αυτό, η έκθεση ζητά μετάβαση από τη χρηματοδότηση μεμονωμένων έργων στη δημιουργία ολόκληρων οικονομιών αποκατάστασης, στις οποίες η προστασία και ανάκαμψη της φύσης θα μπορεί να αποτελεί μακροπρόθεσμα οικονομικά βιώσιμη δραστηριότητα. Αυτό προϋποθέτει, σύμφωνα με το UNEP, μεγαλύτερη αναγνώριση της οικονομικής αξίας των υγιών οικοσυστημάτων, προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων και περιορισμό των κινήτρων που εξακολουθούν να ευνοούν την περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Δεν αρκεί η φύτευση δέντρων
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι η επιτυχής αποκατάσταση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μεμονωμένες παρεμβάσεις ή στην απλή καταμέτρηση εκταρίων.
Απαιτεί σχεδιασμό σε επίπεδο ολόκληρων τοπίων και θαλάσσιων περιοχών, σύνδεση διαφορετικών οικοτόπων και συνεργασία μεταξύ κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και τοπικών κοινωνιών. Καθοριστικής σημασίας θεωρούνται επίσης η ασφάλεια των δικαιωμάτων γης, η ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων και ο σεβασμός στη γνώση και στην ηγεσία των αυτόχθονων πληθυσμών.
Για το UNEP, πραγματική επιτυχία δεν σημαίνει απλώς περισσότερα εκτάρια υπό αποκατάσταση, αλλά επιστροφή της βιοποικιλότητας και ανάκτηση της ικανότητας των οικοσυστημάτων να στηρίζουν ανθρώπους και άγρια ζωή.
«Το 2030 είναι ορόσημο, όχι το τέλος»
«Η αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων είναι ένας από τους αποτελεσματικότερους τρόπους αντιμετώπισης ορισμένων από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες προκλήσεις», δήλωσε η Natalia Alekseeva από τη Διεύθυνση Οικοσυστημάτων του UNEP.
Όπως σημείωσε, η αντιμετώπιση της απώλειας βιοποικιλότητας, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, η παραγωγή τροφίμων και η προστασία των μέσων διαβίωσης εξαρτώνται από τη λειτουργία υγιών οικοσυστημάτων.
Το UNEP τονίζει ότι οι κυβερνήσεις έχουν ήδη αναλάβει σημαντικές δεσμεύσεις και ότι το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι η εφαρμογή τους: περισσότερες επενδύσεις, ισχυρότερη πολιτική υποστήριξη, καλύτερη παρακολούθηση και μεγαλύτερος ρόλος για τις τοπικές και αυτόχθονες κοινότητες. Σύμφωνα με την έκθεση, το 2030 θα πρέπει να θεωρείται ορόσημο και όχι το τέλος της προσπάθειας αποκατάστασης της φύσης.
Πηγή: United Nations Environment Programme








