Το sustainability assurance περνά σε νέα φάση, καθώς οι επιχειρήσεις και ιδιαίτερα οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί καλούνται να αποδείξουν όχι μόνο ότι δημοσιοποιούν στοιχεία για το κλίμα και τη βιωσιμότητα, αλλά και ότι τα δεδομένα αυτά μπορούν να ελεγχθούν, να τεκμηριωθούν και να θεωρηθούν αξιόπιστα από επενδυτές, εποπτικές αρχές και άλλους χρήστες. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της νέας έκθεσης του UNEP Finance Initiative Risk Centre, Understanding and Preparing for Sustainability Reporting Assurance.
.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το International Standard on Sustainability Assurance 5000 (ISSA 5000), το οποίο εφαρμόζεται για περιόδους που αρχίζουν στις ή μετά τις 15 Δεκεμβρίου 2026. Το νέο πρότυπο καλύπτει όλα τα είδη sustainability information, συμπεριλαμβανομένων των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, και είναι framework-neutral, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πληροφορίες που συντάσσονται βάσει IFRS S1/S2, ESRS ή άλλων προτύπων.
Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος του sustainability assurance πραγματοποιούνταν εθελοντικά βάσει των ISAE 3000 (Revised) και ISAE 3410. Η UNEP FI σημειώνει ότι το ISSA 5000 δημιουργήθηκε ακριβώς για να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση για πιο συνεπή και αξιόπιστο έλεγχο των sustainability disclosures.
Με την έναρξη εφαρμογής του νέου standard, το ISAE 3410 αποσύρεται για το συγκεκριμένο αντικείμενο, ενώ το ISAE 3000 δεν θα χρησιμοποιείται πλέον για sustainability assurance engagements. Η μετάβαση, πάντως, δεν γίνεται με τον ίδιο ρυθμό σε όλες τις αγορές. Τον Σεπτέμβριο του 2026, το ISSA 5000 ή τοπικό ισοδύναμό του είχε ήδη υιοθετηθεί σε περισσότερες από 24 δικαιοδοσίες, ενώ σε άλλες η διαδικασία βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη ή υπό εξέταση.
Για τις τράπεζες, αυτό σημαίνει ότι απαιτείται έγκαιρη συνεννόηση με τους assurance providers σχετικά με το πρότυπο που θα εφαρμοστεί, τις δεοντολογικές απαιτήσεις, το scope, το timing, τα απαιτούμενα evidence και το reporting. Η προηγούμενη εργασία βάσει ISAE 3000 ή ISAE 3410 μπορεί να προσφέρει χρήσιμη βάση, αλλά δεν θεωρείται αυτομάτως συμβατή με τις απαιτήσεις του ISSA 5000.
Limited και reasonable assurance: Ποια είναι η διαφορά
Ένα κρίσιμο σημείο είναι η διάκριση ανάμεσα σε limited assurance και reasonable assurance. Στο limited assurance ο practitioner πραγματοποιεί λιγότερο εκτεταμένες διαδικασίες και εκφράζει το συμπέρασμα με βάση το αν έχει περιέλθει στην αντίληψή του κάτι που υποδηλώνει ουσιώδη ανακρίβεια. Στο reasonable assurance, αντίθετα, οι διαδικασίες είναι συνήθως πιο εκτεταμένες και ο practitioner εκφράζει γνώμη πάνω στο αποτέλεσμα της μέτρησης ή αξιολόγησης των sustainability matters βάσει των εφαρμοζόμενων κριτηρίων. Το ποιο επίπεδο απαιτείται καθορίζεται από το σχετικό νομικό ή ρυθμιστικό πλαίσιο, ενώ οι επιχειρήσεις μπορούν επίσης να ζητήσουν assurance εθελοντικά. Η UNEP FI τονίζει επίσης ότι η αξιοπιστία του assurance εξαρτάται από την ανεξαρτησία και τη δεοντολογία του practitioner, με το ISSA 5000 να απαιτεί συμμόρφωση με τα σχετικά ethical and independence requirements.
Το materiality assessment στο μικροσκόπιο
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της έκθεσης αφορά το materiality assessment, καθώς από αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό ποια sustainability risks και opportunities θεωρούνται αρκετά σημαντικά ώστε να γνωστοποιηθούν. Ο assurance practitioner μπορεί να εξετάσει τόσο τη διαδικασία όσο και το τελικό αποτέλεσμα της αξιολόγησης materiality. Αυτό περιλαμβάνει το αν υπάρχει καθορισμένη και επαναλήψιμη μεθοδολογία, αν χρησιμοποιούνται κατάλληλα δεδομένα και αποδεικτικά στοιχεία, αν υπάρχουν σαφή thresholds και αν η διαδικασία εφαρμόζεται με συνέπεια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το governance. Η έκθεση σημειώνει ότι μπορεί να εξεταστεί αν το αρμόδιο όργανο εποπτεύει τη διαδικασία, αν ενημερώνεται για τα αποτελέσματα και αν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα materiality judgements, στις οικονομικές καταστάσεις και στον τρόπο με τον οποίο η ίδια η τράπεζα εντοπίζει και διαχειρίζεται τους σχετικούς κινδύνους.
Εξίσου κρίσιμη είναι η documentation και traceability: thresholds, assumptions, πηγές δεδομένων, κριτήρια, αποκλεισμοί και αποφάσεις πρέπει να μπορούν να τεκμηριωθούν και να αναπαραχθούν.
Το assurance πρέπει να ξεκινά πριν ολοκληρωθεί το report
Η UNEP FI προειδοποιεί ότι το assurance δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τελικός έλεγχος αφού έχει ήδη συνταχθεί το sustainability report. Αντίθετα, πρέπει να ενσωματώνεται από την αρχή στη διαδικασία reporting. Για τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει σαφή καθορισμό του reporting boundary, των intended users, του subject matter και του επιδιωκόμενου επιπέδου assurance. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρη κατανομή ευθύνης μεταξύ finance, sustainability, risk, legal, compliance, internal audit και business units. Η έκθεση προτείνει επίσης τη δημιουργία πλήρους evidence trail για το materiality assessment, με καταγραφή των κινδύνων που εξετάστηκαν, των πηγών, των assumptions, των thresholds, των exclusions και των εγκρίσεων. Στα δεδομένα πρέπει να υπάρχουν σαφείς owners, calculation rules, review mechanisms και source records, ακόμη και όταν οι πληροφορίες προέρχονται από την value chain.
Traceability μεταξύ sustainability και οικονομικών στοιχείων
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο είναι η σύνδεση των sustainability disclosures με τις υπόλοιπες εταιρικές πληροφορίες. Η UNEP FI ζητά από τους οργανισμούς να ελέγχουν αν τα δεδομένα μπορούν να ανιχνευθούν μέχρι την αρχική πηγή και αν είναι συνεπή με τις financial statements, τα risk registers, τη στρατηγική, τους στόχους και τις δημόσιες ανακοινώσεις. Τυχόν αποκλίσεις πρέπει να εντοπίζονται και να εξηγούνται. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς το sustainability reporting μετατρέπεται σταδιακά σε μέρος της ευρύτερης εταιρικής πληροφόρησης και όχι σε ξεχωριστό ESG exercise.
Τι σημαίνει πραγματική assurance readiness
Η UNEP FI διευκρινίζει ότι assurance readiness δεν σημαίνει ότι τα δεδομένα είναι απαραίτητα χωρίς λάθη. Σημαίνει ότι το subject matter και τα κριτήρια είναι σαφή, οι υπεύθυνοι μπορούν να εξηγήσουν τις βασικές κρίσεις και διαδικασίες, υπάρχει governance oversight, τα supporting records είναι διαθέσιμα και τα συστήματα και controls είναι αρκετά ώριμα για το απαιτούμενο scope και level of assurance. Τα κενά που εντοπίζονται πριν από την έναρξη του engagement πρέπει να έχουν συγκεκριμένους owners, διορθωτικές ενέργειες και ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης.
Από την ESG δήλωση στην επαληθεύσιμη πληροφορία
Το ISSA 5000 σηματοδοτεί μια ευρύτερη αλλαγή στη sustainable finance αγορά. Οι εταιρείες δεν αρκεί πλέον να δημοσιεύουν περισσότερα ESG δεδομένα. Πρέπει να μπορούν να αποδεικνύουν πώς παράγονται, ποιος τα ελέγχει, ποιες παραδοχές χρησιμοποιούνται και πώς συνδέονται με τις οικονομικές και επιχειρηματικές αποφάσεις. Για τις τράπεζες, η πρόκληση είναι διπλή: αφενός πρέπει να προετοιμάσουν τα δικά τους disclosures για assurance και αφετέρου χρησιμοποιούν τις γνωστοποιήσεις των πελατών τους ως inputs για credit και sustainability risk assessment.
Η μετάβαση στο ISSA 5000 μεταφέρει έτσι το βάρος από την ποσότητα της ESG πληροφορίας στην αξιοπιστία, την ιχνηλασιμότητα και την αποδεικτική της βάση. Και όσο το sustainability reporting συνδέεται περισσότερο με risk management, χρηματοδότηση και εποπτεία, τόσο περισσότερο το assurance γίνεται βασικό στοιχείο εμπιστοσύνης στις αγορές.








