Ο Richard Damania, Chief Economist της Παγκόσμιας Τράπεζας για ζητήματα βιωσιμότητας, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας απλός τεχνοκράτης. Πρόκειται για έναν οραματιστή ενός «πράσινου» μέλλοντος, με αρχές που βασίζονται στον ουσιαστικό σεβασμό των οικοσυστημάτων και σε μια ολιστική προσέγγιση της βιωσιμότητας. Έχοντας διατελέσει σε ανώτερες θέσεις στην Παγκόσμια Τράπεζα –μεταξύ άλλων ως Senior Economic Advisor για τον Τομέα Υδάτων και Lead Economist για τα Τμήματα Βιώσιμης Ανάπτυξης σε Αφρική, Νότια Ασία και Λατινική Αμερική & Καραϊβική– του αποδίδεται ευρέως η συμβολή στην καθιέρωση της Παγκόσμιας Τράπεζας ως πρωτοπόρου οργανισμού στην περιβαλλοντική σκέψη και δράση.
Η συλλογιστική του κ. Damania συνδέει την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την κλιματική κρίση με τον δημοσιονομικό κίνδυνο και την επενδυτική αβεβαιότητα. Για τον ίδιο, η προστασία των οικοσυστημάτων σημαίνει προστασία τριών βασικών στοιχείων: του νερού, του αέρα και της γης. Το ζήτημα αυτό αναλύεται διεξοδικά στο νέο του βιβλίο Reboot Development: The Economics of a Livable Planet, που εκδόθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα.
Τον συναντήσαμε στα εγκαίνια του Τομέα Βιώσιμης Ανάπτυξης του ICC Greece, όπου μας παραχώρησε μια αποκλειστική συνέντευξη για το μέλλον της βιωσιμότητας, τις βέλτιστες πρακτικές, τις υποτιμημένες προκλήσεις και το πώς όλα αυτά μεταφράζονται τελικά σε απτά οικονομικά αποτελέσματα.
1. Είναι γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα πολλές εταιρίες κάνουν πίσω από πολιτικές ESG και περιβαλλοντικές δεσμεύσεις. Πιστεύετε ότι ο κλάδος έχει χάσει τη δυναμική του;
Πράγματι, είναι απολύτως σαφές ότι παγκοσμίως έχουν συντελεστεί σημαντικές αλλαγές και ότι οι προτεραιότητες έχουν μετατοπιστεί προς άλλους τομείς, εν μέρει ως απάντηση σε δομικές μεταβολές της παγκόσμιας οικονομίας. Ως αποτέλεσμα, πολλά περιβαλλοντικά ζητήματα έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα. Ορισμένες κυβερνήσεις –ακόμη και κυβερνήσεις με πολύ καλές προθέσεις– θεωρούν ότι υπάρχουν άλλες, πιο επείγουσες ανάγκες που απαιτούν άμεση παρέμβαση. Αυτό είναι κατανοητό.
Ωστόσο, νομίζω ότι είναι δίκαιο να πούμε πως την περίοδο της COP για το Κλίμα το 2021, η ανησυχία για την κλιματική αλλαγή κορυφώθηκε. Υπήρχε ευρεία συναίνεση: ιδιωτικός τομέας και κυβερνήσεις, σχεδόν ομόφωνα, κινούνταν προς την ίδια κατεύθυνση. Από τότε, οι προσπάθειες έχουν επιβραδυνθεί και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν παγώσει πλήρως.
Ένας λόγος είναι ότι το αφήγημα για το κλίμα παρουσιάστηκε με υπερβολικά στενό τρόπο. Υπήρξε μονομερής εστίαση στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Όλοι συμφωνούμε ότι πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα σήμερα και γνωρίζουμε ότι σε 20, 30 ή 50 χρόνια η κατάσταση θα είναι ακόμη χειρότερη. Αν όμως μια κυβέρνηση αντιμετωπίζει ένα επείγον ζήτημα στο παρόν, μπορεί να θεωρήσει ότι ένα πρόβλημα που θα εμφανιστεί σε 30 χρόνια μπορεί να περιμένει. Αυτό είναι απολύτως λογικό από τη σκοπιά οποιασδήποτε κυβέρνησης με περιορισμένους πόρους και ανταγωνιστικές προτεραιότητες.
«Στις χαμηλού εισοδήματος αναπτυσσόμενες χώρες το 80% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες κακής ποιότητας αέρα, υδατικού στρες και υποβαθμισμένης γης»
Το δεύτερο είναι ότι, εστιάζοντας σε ένα μόνο πρόβλημα, αγνοήσαμε αυτομάτως άλλα. Για να είμαστε σαφείς: βλέπουμε τα αποθέματα νερού να μειώνονται ταχύτατα σε ορισμένες από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Βλέπουμε την ποιότητα του νερού να υποβαθμίζεται στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Και η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη στις χαμηλού εισοδήματος αναπτυσσόμενες χώρες, όπου το 80% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες κακής ποιότητας αέρα, υδατικού στρες και υποβαθμισμένης γης.
Τα παραπάνω είναι οικονομικά προβλήματα, πέρα από περιβαλλοντικά. Συνεπώς, χρειαζόμαστε ένα αφήγημα που να ευθυγραμμίζεται καλύτερα με τις πιέσεις της εποχής μας – ένα αφήγημα που να καθιστά σαφές ότι πρόκειται για απτά οικονομικά και περιβαλλοντικά προβλήματα του σήμερα, όχι του αύριο. Αν δεν τα αντιμετωπίσουμε, οι οικονομικές συνέπειες δεν θα έρθουν στο μέλλον, αλλά στο παρόν.
Υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στη δημόσια ενημέρωση. Έχουμε αποτύχει να κάνουμε τον κόσμο να κατανοήσει ότι η περιβαλλοντική υποβάθμιση έχει οικονομικές συνέπειες, οι οποίες όμως δεν είναι πάντα ορατές. Για παράδειγμα, αν η ποιότητα του αέρα είναι πραγματικά πολύ κακή, δεν γνωρίζετε πόση ζημιά προκαλεί σε εσάς ή στο παιδί σας. Και αν το παιδί σας επηρεαστεί σοβαρά, οι συνέπειες μπορεί να εμφανιστούν σε δύο, τρία, ακόμα και πέντε χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για το νερό. Αν καταναλώνετε μολυσμένο νερό, σπάνια αρρωσταίνετε άμεσα. Υπάρχει πιθανότητα να συμβεί κάτι την επόμενη ημέρα και πιθανότητα να συμβεί τον επόμενο χρόνο.
Αν δεν παρέχουμε στους πολίτες σωστή πληροφόρηση, τα πράγματα απλώς δεν θα αλλάξουν. Πρέπει να ενημερώσουμε τον κόσμο για τις επιπτώσεις και να παρέχουμε αξιόπιστες και έγκαιρες πληροφορίες. Πιστεύω ότι αυτό είναι το πιο κρίσιμο ζήτημα και πρέπει να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα, αν θέλουμε η δυναμική της βιωσιμότητας να κινηθεί ξανά προς τη σωστή κατεύθυνση.
2. Ας περάσουμε στο νερό, έναν τομέα στον οποίο γνωρίζω ότι έχετε ιδιαίτερη εξειδίκευση. Η Αθήνα βρίσκεται σε επιφυλακή για λειψυδρία, παρότι οι πρόσφατες βροχοπτώσεις βελτίωσαν ελαφρώς την κατάσταση. Πέρα από την Αθήνα, το νερό εξελίσσεται όλο και περισσότερο σε κρίσιμο γεωπολιτικό ζήτημα. Κατά τη γνώμη σας, τα επόμενα χρόνια το υδατικό στρες θα οδηγήσει περισσότερο σε συγκρούσεις ή σε νέες μορφές συνεργασίας;
Υπάρχουν θεωρίες που υποστηρίζουν και τις δύο απόψεις, σωστά; Θεωρίες που λένε ότι το νερό οδηγεί σε συνεργασία και άλλες που λένε ότι οδηγεί σε σύγκρουση. Ας μην πάμε εκεί.
Ας επικεντρωθούμε σε αυτό που γνωρίζουμε: όταν αρχίζει να εξαντλείται το νερό, υπάρχουν οικονομικές συνέπειες. Γίνεται πιο δαπανηρό για εσάς και για την πόλη σας να αντλήσετε αυτό το βασικό αγαθό. Σε ακραίες περιπτώσεις, η αφαλάτωση καθίσταται αναγκαία. Όμως κανείς δεν θέλει να φτάσει σε αυτό το σημείο, γιατί η αφαλάτωση είναι εξαιρετικά ακριβή και –φυσικά– περιβαλλοντικά επιβαρυντική.
Άρα, για ακόμη μία φορά, το νερό έχει άμεσο οικονομικό αποτύπωμα. Πιστεύω ότι πλέον υπάρχουν ισχυρά στοιχεία που δείχνουν ότι όσο πιο σπάνιο γίνεται το νερό, τόσο περισσότερο επηρεάζεται η οικονομική ανάπτυξη, άμεσα και έμμεσα. Η άμεση επίπτωση είναι ότι πλήττεται η γεωργία. Η έμμεση, όμως, είναι ότι όλη η βιομηχανία εξαρτάται από το νερό. Βλέπουμε ότι σε πόλεις που αρχίζουν να ξεμένουν από αποθέματα νερού, η οικονομική απόδοση επηρεάζεται σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων: εστίαση, τουρισμός, ακόμη και βαριά βιομηχανία.

Όσον αφορά το ενδεχόμενο σύγκρουσης ή συνεργασίας γύρω από το νερό, υπάρχουν ισχυρές επιστημονικές μελέτες που στηρίζουν και τις δύο πλευρές. Η άποψή μου είναι ότι όλα εξαρτώνται από τις εσωτερικές συνθήκες κάθε χώρας. Αν οι θεσμοί είναι αρκετά ισχυροί τότε η συνεργασία είναι πιθανή. Όταν δεν υπάρχουν θεσμοί για να τη στηρίξουν και προκύψει μια υδατική κρίση, η σύγκρουση είναι πιο πιθανή. Συνεπώς, δεν νομίζω ότι μπορούμε να γενικεύσουμε. Το μόνο ζήτημα που επιδέχεται γενίκευση είναι αυτό: η λειψυδρία βλάπτει την οικονομία. Σε αυτό το σημείο, τα στατιστικά και εμπειρικά δεδομένα είναι απολύτως ξεκάθαρα.
3. Κοιτώντας προς το 2026, ποιες βασικές τάσεις πιστεύετε ότι θα διαμορφώσουν τις βιώσιμες επενδύσεις και τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης; Υπάρχουν τομείς που θεωρείτε σήμερα υποτιμημένους αλλά απολύτως κρίσιμους;
Ας κάνουμε ένα βήμα πίσω. Ήδη διαθέτουμε τεχνικές λύσεις που είναι οικονομικά βιώσιμες για την ενεργειακή μετάβαση. Η ηλιακή ενέργεια, σε πολλές –αν και όχι σε όλες– περιπτώσεις, είναι φθηνότερη από τα ορυκτά καύσιμα. Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε αντίστοιχες λύσεις για τη γεωργία και τη διαχείριση της γης. Είναι δύσκολο να εντοπίσουμε μία ή δύο οικονομικά αποδοτικές τεχνολογίες, όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, που να μπορούμε να παρουσιάσουμε και να εγγυηθούμε ότι θα δώσουν λύση. Κι όμως, δεν θα πετύχουμε κανέναν στόχο βιωσιμότητας αν δεν λύσουμε το πρόβλημα της χρήσης γης.
«Όλοι καταλαβαίνουν την καθαρή ενέργεια. Ελάχιστοι καταλαβαίνουν την αναγεννητική, βιώσιμη γεωργία»
Βιώνουμε καταστροφή της γης λόγω υπερβολικής αποψίλωσης των δασών, που οφείλεται στην αγροτική επέκταση και ευθύνεται για το 90% της απώλειας δασών. Συχνά υποθέτουμε ότι η επέκταση των αγροτών στα δάση θα σταματήσει απλώς αν αυξήσουμε τις γεωργικές αποδόσεις. Αυτό όμως δεν ισχύει πάντα. Με υψηλότερες αποδόσεις, ο αγρότης αποκομίζει μεγαλύτερο κέρδος από τη γη του. Άρα, το κίνητρο είναι να εκκαθαρίσει ακόμη περισσότερη γη – και έτσι μπορεί να έχουμε ακόμη περισσότερη αποψίλωση. Αυτό είναι το λεγόμενο «rebound effect».
Δεν έχουμε λύσει το αγροτικό πρόβλημα – ένα πρόβλημα που καταστρέφει δάση, ρυπαίνει τα εδάφη, μολύνει ποτάμια, υδροφορείς και υδατικά συστήματα. Το ζήτημα που μόλις περιέγραψα δεν λαμβάνει ούτε κατά διάνοια την προσοχή που του αξίζει. Όλοι καταλαβαίνουν την καθαρή ενέργεια. Ελάχιστοι καταλαβαίνουν την αναγεννητική, βιώσιμη γεωργία. Ως αποτέλεσμα, έχουμε μείνει χρόνια πίσω, υποτιμώντας συστηματικά τη σημασία της γης.

4. Αν έπρεπε να εντοπίσετε ένα μεγάλο συστημικό λάθος που συνεχίζουμε να κάνουμε στην περιβαλλοντική, υδατική και αναπτυξιακή πολιτική, ποιο θα ήταν; Και τι πρέπει να αλλάξει άμεσα;
Θα απαντήσω λίγο διαφορετικά, θέτοντας το εξής ερώτημα: αν αλλάζαμε ένα μόνο πράγμα που θα είχε θετικό φαινόμενο ντόμινο παντού, ποιο θα ήταν αυτό; Πιστεύω ότι θα ήταν η βιοποικιλότητα. Η λογική μου είναι απλή: για να έχουμε υγιή βιοποικιλότητα, πρέπει να έχουμε υγιή δάση και φυσικούς βιότοπους. Αν έχουμε υγιή δάση και φυσικούς βιότοπους, θα υπάρξει θετική επίδραση στα μοτίβα βροχόπτωσης, τα οποία σταθεροποιούνται. Θα έχουμε βελτιωμένα εδάφη που συγκρατούν περισσότερη υγρασία, οδηγώντας σε υψηλότερες γεωργικές αποδόσεις, και επιτυγχάνεται κλιματική σταθεροποίηση. Συνολικά, πρόκειται για ένα θετικό ντόμινο, μια αλυσιδωτή αντίδραση, όπου μία αλλαγή οδηγεί σε πολλές άλλες, με αποτέλεσμα τα πράγματα να αρχίζουν να μπαίνουν στη θέση τους.
«Μέσα σε 40 χρόνια, η ακραία φτώχεια παγκοσμίως μειώθηκε από 40% σε 9%. Την ίδια περίοδο, το 70% της παρακολουθούμενης άγριας ζωής εξαφανίστηκε»
Ίσως είναι το πιο αγνοημένο από όλα τα περιβαλλοντικά ζητήματα, γιατί οι άνθρωποι δεν βλέπουν τη σύνδεση ανάμεσα στα ζώα, την άγρια ζωή, την οικονομία και τα οικοσυστήματα. Πιστεύουν ότι πρόκειται για ξεχωριστούς τομείς, ενώ στην πραγματικότητα κανένα περιβαλλοντικό πρόβλημα δεν στέκεται μόνο του – όλα είναι αλληλένδετα. Αυτό που πραγματικά δεν κατανοούν οι άνθρωποι είναι η βιοποικιλότητα. Επιτρέψτε μου να σας πω το εξής: σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, μέσα σε 40 χρόνια, η ακραία φτώχεια παγκοσμίως μειώθηκε από 40% σε 9%. Την ίδια περίοδο, το 70% της παρακολουθούμενης άγριας ζωής εξαφανίστηκε. Αυτό συνιστά συστημική αποτυχία. Πόση προσοχή δίνουμε σε αυτό το πρόβλημα; Σίγουρα όχι αρκετή.
Συνεχίζουμε να καταστρέφουμε βιότοπους. Συνεχίζουμε να λέμε «χρειαζόμαστε ένα ακόμη αγρόκτημα», ενώ ήδη παράγουμε πλεονάζουσα τροφή. Σας υπενθυμίζω ότι τα παγκόσμια αποθέματα τροφίμων επαρκούν για να παρέχουν 3.000 θερμίδες ανά άτομο την ημέρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν υπάρχει ανάγκη να καταστρέψουμε περισσότερα δέντρα και περισσότερα δάση για να θρέψουμε τον κόσμο.
