ESG+Stories

ESG ratings: Γιατί η αυστηρή ρύθμιση των παρόχων μπορεί να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό

Η βασική θέση της ανάλυσης είναι ότι η ρύθμιση των ESG ratings χρειάζεται αναλογικότητα και όχι αντιγραφή του μοντέλου των πιστοληπτικών αξιολογήσεων.
ESG ratings: Γιατί η αυστηρή ρύθμιση των παρόχων μπορεί να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό

Η ταχεία ενίσχυση της ρύθμισης των παρόχων ESG ratings μπορεί να βασίζεται σε μια λανθασμένη παραδοχή για τον ρόλο που διαδραματίζουν οι συγκεκριμένες αξιολογήσεις στις αγορές, υποστηρίζουν τέσσερις ερευνητές σε ανάλυσή τους για το Grantham Research Institute του London School of Economics and Political Science (LSE).

.

Οι Deepak Kumar, Gourishankar Hiremath, Jitendra Mahakud και Sangeeth Selvaraju εκτιμούν ότι οι ESG rating providers δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με το ίδιο κανονιστικό μοντέλο που εφαρμόζεται ιστορικά στους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, καθώς οι δύο κατηγορίες επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες και δεν δημιουργούν τον ίδιο τύπο συστημικού κινδύνου.

Η ζήτηση για δεδομένα σχετικά με τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και εταιρικής διακυβέρνησης επιδόσεις των επιχειρήσεων έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Θεσμικοί επενδυτές, ρυθμιστικές αρχές και άλλοι ενδιαφερόμενοι χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερες πληροφορίες ESG για να αξιολογήσουν τις δεσμεύσεις των εταιρειών ως προς τη βιωσιμότητα αλλά και τους σχετικούς κινδύνους.

Η ανάπτυξη αυτής της αγοράς έχει οδηγήσει στην είσοδο παραδοσιακών οίκων αξιολόγησης, εταιρειών συγκέντρωσης δεδομένων και εξειδικευμένων ESG providers, οι οποίοι προσφέρουν διαφορετικές μεθοδολογίες, βαθμολογίες και εργαλεία προς τους επενδυτές.

Η International Organization of Securities Commissions (IOSCO) έχει ζητήσει ενισχυμένη εποπτεία του κλάδου, κυρίως για ζητήματα διαφάνειας και πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων, ενώ αρκετές δικαιοδοσίες κινούνται προς αυστηρότερα πλαίσια. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν θεσπιστεί απαιτήσεις αδειοδότησης, ενώ η Ινδία εφαρμόζει επίσης καθεστώς licensing για τους παρόχους ESG ratings.

Οι συγγραφείς της ανάλυσης, ωστόσο, αμφισβητούν τη βασική σύγκριση μεταξύ ESG και credit ratings.

Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις έχουν έναν σαφώς προσδιορισμένο στόχο: την εκτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας και της πιθανότητας αθέτησης υποχρεώσεων ενός εκδότη. Η ακρίβειά τους μπορεί να ελεγχθεί εκ των υστέρων, εξετάζοντας αν μια εταιρεία ή ένας εκδότης πράγματι χρεοκόπησε ή αθέτησε τις υποχρεώσεις του.

Στα ESG ratings δεν υπάρχει αντίστοιχη ενιαία μεταβλητή-στόχος. Οι αξιολογήσεις μπορεί να εξετάζουν διαφορετικά πράγματα: το περιβαλλοντικό αποτύπωμα μιας επιχείρησης, την επίδραση των περιβαλλοντικών κινδύνων στην οικονομική της αξία, τις εργασιακές πρακτικές, τη διακυβέρνηση, τα σχέδια μετάβασης ή ηθικά κριτήρια που συνδέονται με κλάδους όπως ο καπνός και τα όπλα.

Για τον λόγο αυτό, η απόκλιση μεταξύ των βαθμολογιών διαφορετικών ESG providers δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη ένδειξη αποτυχίας. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, συχνά αντανακλά το γεγονός ότι οι πάροχοι μετρούν διαφορετικές διαστάσεις της βιωσιμότητας για διαφορετικές κατηγορίες επενδυτών.

Ένας επενδυτής μπορεί να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις μιας επιχείρησης, ενώ ένας άλλος ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον τρόπο με τον οποίο η κλιματική αλλαγή μπορεί να επηρεάσει την αποτίμησή της. Άλλοι μπορεί να χρησιμοποιούν τα ratings για values-based screening ή για να αξιολογήσουν την αξιοπιστία των σχεδίων μετάβασης μιας εταιρείας.

Η ανάλυση αμφισβητεί επίσης την αντίληψη ότι οι επενδυτές χρησιμοποιούν τα ESG ratings με τον ίδιο σχεδόν μηχανικό τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις στις αγορές ομολόγων.

Έρευνα του 2020 έδειξε ότι περίπου το 55% των επενδυτών χρησιμοποιούσε ESG ratings για την αξιολόγηση της ESG επίδοσης, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο της άμεσης επικοινωνίας με τις εταιρείες. Ωστόσο, άλλες έρευνες δείχνουν ότι τα ratings αποτελούν συνήθως μία μόνο πηγή πληροφόρησης μεταξύ πολλών και σπάνια χρησιμοποιούνται απομονωμένα.

Οι μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές έχουν συχνά δημιουργήσει δικές τους ομάδες ESG, παράγουν εσωτερικές αξιολογήσεις, πραγματοποιούν due diligence και επικοινωνούν απευθείας με τις διοικήσεις των εταιρειών.

Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι ορισμένοι επενδυτές με περιορισμένη εσωτερική τεχνογνωσία μπορεί να εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από εξωτερικά ratings. Κατά την άποψή τους, όμως, αυτό δικαιολογεί κυρίως μεγαλύτερη διαφάνεια στις μεθοδολογίες και στις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων και όχι απαραίτητα ένα αυστηρό καθεστώς αδειοδότησης αντίστοιχο με αυτό των credit rating agencies.

Παράλληλα, εμπειρικές έρευνες δείχνουν ότι υψηλότερες ESG βαθμολογίες μπορεί να διευκολύνουν την πρόσβαση επιχειρήσεων στις κεφαλαιαγορές, ιδιαίτερα στις αγορές ομολόγων. Εταιρείες με καλύτερα ESG scores φαίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις να μειώνουν τον τραπεζικό δανεισμό τους και να στρέφονται περισσότερο σε χρηματοδότηση μέσω των αγορών.

Κατά τους ερευνητές, αν τα ESG ratings συμβάλλουν στην πρόσβαση σε κεφάλαια, τότε οι ίδιες οι επιχειρήσεις αποκτούν οικονομικό κίνητρο να βελτιώσουν τόσο τις ESG επιδόσεις όσο και τις σχετικές γνωστοποιήσεις τους.

Η ανάλυση αμφισβητεί επίσης ότι ο κλάδος των ESG ratings αποτελεί συστημικό κίνδυνο αντίστοιχο με εκείνον που συνδέθηκε με τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Ένα χαμηλής ποιότητας ESG rating μπορεί να οδηγήσει ορισμένους επενδυτές σε κακές αποφάσεις, αλλά, σύμφωνα με τους συγγραφείς, δεν δημιουργεί κατ’ ανάγκη αλυσιδωτές επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τα ESG ratings δεν καθορίζουν κεφαλαιακές απαιτήσεις ούτε λειτουργούν ως αυτόματα κριτήρια επιλεξιμότητας επενδύσεων με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να λειτουργούν οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι οι ρυθμιστικές αρχές θα μπορούσαν να κατευθύνουν περισσότερους πόρους στη βελτίωση των εταιρικών sustainability disclosures, στη μέτρηση, την επαλήθευση και τη συγκρισιμότητα των ESG δεδομένων.

Κατά την άποψή τους, η αντιμετώπιση του greenwashing εξαρτάται περισσότερο από την ποιότητα των βασικών εταιρικών πληροφοριών παρά από τη ρύθμιση των ίδιων των ESG raters.

Πρότυπα όπως εκείνα του International Sustainability Standards Board (ISSB) αντιμετωπίζουν, σύμφωνα με την ανάλυση, το βασικό πρόβλημα της ασυμμετρίας πληροφόρησης, επιδιώκοντας πιο τυποποιημένα, συγκρίσιμα και ελέγξιμα δεδομένα βιωσιμότητας.

Αυτό δεν σημαίνει, πάντως, ότι οι ESG rating providers θα πρέπει να παραμείνουν εντελώς εκτός ρυθμιστικού πλαισίου.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι βασικές αρχές χρηστής λειτουργίας της αγοράς, διαφάνεια των μεθοδολογιών, διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων και δίκαιη μεταχείριση θα πρέπει να εφαρμόζονται στον κλάδο.

Θεωρούν όμως ότι αυτές οι απαιτήσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω υφιστάμενων κανόνων των κεφαλαιαγορών και εθελοντικών κωδίκων, αντί μέσω αυστηρών συστημάτων αδειοδότησης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Ινδία, όπου το αυστηρό καθεστώς αδειοδότησης οδήγησε, σύμφωνα με την ανάλυση, ορισμένους καθιερωμένους διεθνείς ESG providers να αποχωρήσουν από την αγορά, δημιουργώντας χώρο για εγχώριους παρόχους με μικρότερο ιστορικό δραστηριότητας.

Κατά τους συγγραφείς, το αποτέλεσμα ήταν μικρότερη ποικιλομορφία προσεγγίσεων για τους επενδυτές, γεγονός που μπορεί να υπονομεύει τον ίδιο τον στόχο της αποτελεσματικότερης αγοράς.

Η βασική θέση της ανάλυσης είναι ότι η ρύθμιση των ESG ratings χρειάζεται αναλογικότητα και όχι αντιγραφή του μοντέλου των πιστοληπτικών αξιολογήσεων.

Η πολυμορφία των ESG ratings θεωρείται ταυτόχρονα πλεονέκτημα και κίνδυνος. Επιτρέπει σε διαφορετικούς επενδυτές να χρησιμοποιούν αξιολογήσεις προσαρμοσμένες στις δικές τους προτεραιότητες, αλλά μπορεί να δημιουργεί προβλήματα όταν ένας επενδυτής εξαρτάται υπερβολικά από έναν μόνο αριθμητικό δείκτη.

Για τον λόγο αυτό, οι συγγραφείς προτείνουν μεγαλύτερη έμφαση στην ακεραιότητα και τη διαφάνεια των μεθοδολογιών, στις σαφείς γνωστοποιήσεις για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων και στη βελτίωση των πρωτογενών ESG δεδομένων.

Κατά την προσέγγισή τους, η προτεραιότητα για τις ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι η ποιότητα των εταιρικών γνωστοποιήσεων, η επαλήθευση των δεδομένων, οι ταξινομίες και η αποτελεσματική αντιμετώπιση του greenwashing, με στοχευμένες απαιτήσεις διαφάνειας για τους ESG rating providers αντί ενός γενικευμένου καθεστώτος αδειοδότησης.

Πηγή: Grantham Research Institute on Climate Change and the Environment, London School of Economics and Political Science (LSE)

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ