ESG+Stories

J.P. Morgan: Η ανθεκτικότητα περνά στο επίκεντρο των διοικητικών συμβουλίων

Η βασική θέση της έκθεσης είναι ότι η ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα σημαντικό κόστος και πηγή στρατηγικού πλεονεκτήματος.
J.P. Morgan: Η ανθεκτικότητα περνά στο επίκεντρο των διοικητικών συμβουλίων

Η ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων απέναντι σε κλιματικούς, γεωπολιτικούς, τεχνολογικούς και άλλους συστημικούς κινδύνους πρέπει να αντιμετωπίζεται πλέον ως ζήτημα στρατηγικής και εταιρικής διακυβέρνησης και όχι μόνο ως θέμα διαχείρισης κρίσεων, υποστηρίζει νέα έκθεση της J.P. Morgan.

.

Στον οδηγό A guide to enabling resilience discussions for board directors, η τράπεζα επιχειρεί να δώσει στα διοικητικά συμβούλια ένα πρακτικό πλαίσιο για τη συζήτηση κινδύνων που χαρακτηρίζονται από μεγάλη αβεβαιότητα, μακρύ χρονικό ορίζοντα και πιθανώς σοβαρές επιπτώσεις. 

Η βασική θέση της έκθεσης είναι ότι η ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα σημαντικό κόστος και πηγή στρατηγικού πλεονεκτήματος. Η σωστά σχεδιασμένη ανάλυση σεναρίων μπορεί, σύμφωνα με την J.P. Morgan, να ενισχύσει τη λήψη στρατηγικών αποφάσεων, να αναδείξει νωρίτερα ευκαιρίες και καινοτομίες, να βελτιώσει την κατανομή πόρων και να υποστηρίξει πιο αξιόπιστη επικοινωνία με τα ενδιαφερόμενα μέρη. 

Η έκθεση ορίζει ως resilience την ικανότητα μιας επιχείρησης να ανακάμπτει από διαταραχές των κανονικών συνθηκών λειτουργίας. Δεν αναφέρεται σε συνηθισμένες αποκλίσεις, αλλά σε σπάνια και σημαντικά σοκ, τα οποία μπορεί να εμφανίζονται κάθε λίγα χρόνια ή δεκαετίες, καθώς και σε αναδυόμενους κινδύνους με αβέβαιο χρόνο εκδήλωσης αλλά αυξανόμενη πιθανότητα. 

Για τα διοικητικά συμβούλια, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μπορούν να προβλέψουν ποιο θα είναι το επόμενο σοκ. Είναι αν η εταιρεία διαθέτει μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης και την ικανότητα να απορροφά, να προσαρμόζεται και να ανακάμπτει, χωρίς να αναγκάζεται να αυτοσχεδιάσει υπό πίεση όταν η κρίση έχει ήδη ξεσπάσει.

Στους κινδύνους που αναφέρει η J.P. Morgan περιλαμβάνονται η γεωπολιτική αντιπαράθεση, οι επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στις επιχειρήσεις και στην εργασία, η κυβερνοασφάλεια, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η κλιματική αλλαγή.

Η έκθεση επισημαίνει ότι τέτοιοι κίνδυνοι δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Μπορούν να αλληλεπιδρούν και να ενισχύουν ο ένας τον άλλο, προκαλώντας μεγαλύτερες επιπτώσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στην παραγωγή, στο ενεργειακό κόστος και στη διαθεσιμότητα πρώτων υλών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο συνδυασμός γεωπολιτικών διαταραχών σε κρίσιμα εμπορικά ή ενεργειακά περάσματα με κλιματικές πιέσεις από καύσωνες ή ένα ισχυρό El Niño. Όταν τέτοιοι παράγοντες συμπίπτουν, μπορούν να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερες μεταβολές στις τιμές αγροτικών εμπορευμάτων και ευρύτερες διαταραχές στη διαθεσιμότητα και στις αλυσίδες εφοδιασμού. 

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον τρόπο με τον οποίο τα διοικητικά στελέχη αντιλαμβάνονται τους κινδύνους. Η έκθεση αξιοποιεί στοιχεία από τη behavioural science και επισημαίνει ότι οι άνθρωποι επεξεργάζονται τον κίνδυνο μέσα από δύο βασικούς μηχανισμούς: μια γρήγορη, συναισθηματική και βραχυπρόθεσμη αντίδραση και έναν πιο αργό, αναλυτικό τρόπο σκέψης που επιτρέπει σχεδιασμό βάσει σεναρίων. 

Το πρόβλημα, κατά την J.P. Morgan, είναι ότι σε συνθήκες πίεσης η πρώτη αντίδραση μπορεί να υπερισχύσει της δεύτερης. Ένα διοικητικό συμβούλιο που δεν έχει ήδη επεξεργαστεί εναλλακτικά σενάρια κινδυνεύει έτσι να περάσει από τη στρατηγική διαχείριση σε αντανακλαστικές αποφάσεις.

Για αυτό, η J.P. Morgan υποστηρίζει ότι οι σχετικές συζητήσεις είναι αποτελεσματικότερες όταν δεν παρουσιάζονται ως αφηρημένες ανησυχίες για το μακρινό μέλλον, αλλά συνδέονται με συγκεκριμένα επιχειρησιακά σημεία πίεσης, όπως κρίσιμες υποδομές, εφοδιαστικές αλυσίδες, βασικοί πελάτες και εργατικό δυναμικό. 

Οι κλιματικοί, γεωπολιτικοί και τεχνολογικοί κίνδυνοι περιγράφονται ως risk multipliers. Δεν αντικαθιστούν δηλαδή τους κινδύνους που ήδη διαχειρίζεται μια εταιρεία, αλλά μπορούν να τους ενισχύσουν, αυξάνοντας την έκθεση σε διακοπές εφοδιασμού, μεταβλητότητα στις τιμές ενέργειας, περιορισμό της ασφαλιστικής κάλυψης, ελλείψεις εργατικού δυναμικού και κινδύνους για την εταιρική φήμη.

Ένα ακόμη ζήτημα που εξετάζει η J.P. Morgan είναι η σχέση ανάμεσα στην εταιρική «απλότητα» και την ανθεκτικότητα. Τα τελευταία χρόνια αρκετές επιχειρήσεις έχουν επιδιώξει πιο εστιασμένα επιχειρηματικά μοντέλα, μέσω restructurings, spin-offs ή εξόδων από δραστηριότητες. Η λογική είναι ότι μια πιο συγκεντρωμένη εταιρεία μπορεί να είναι ευκολότερη στη διοίκηση και πιο σαφής προς τους επενδυτές.

Ωστόσο, μια στρατηγική που βασίζεται υπερβολικά στην αποτελεσματικότητα και σε ένα περιορισμένο σύνολο παραδοχών μπορεί να εξελιχθεί σε πηγή ευπάθειας όταν αλλάξουν οι συνθήκες στις αλυσίδες εφοδιασμού, στη ρύθμιση, στην τεχνολογία ή στη γεωπολιτική σταθερότητα. Η J.P. Morgan θεωρεί ότι ο σχεδιασμός resilience μπορεί να λειτουργήσει ως stress test της ίδιας της επιχειρηματικής στρατηγικής. 

Η έκθεση εξετάζει επίσης τις ψυχολογικές αντιστάσεις που συχνά εμποδίζουν τα διοικητικά συμβούλια να ανοίξουν τέτοιες συζητήσεις. Μεταξύ αυτών είναι η αβεβαιότητα γύρω από τις τεχνικές λεπτομέρειες, ο φόβος ότι το θέμα θα θεωρηθεί υπερβολικά αρνητικό ή πολύ μεγάλο για να αντιμετωπιστεί και η ανησυχία ότι θα ανοίξει μια ατζέντα χωρίς σαφή όρια. 631975-1-SEP26-Climate Intuitio…

Για τη διαχείριση αυτών των συζητήσεων προτείνεται το πλαίσιο Normalize – Ask Why – Transition. Πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση των ενστάσεων χωρίς απόρριψή τους. Στη συνέχεια, τα στελέχη καλούνται να διερευνήσουν τα πραγματικά αίτια της αντίστασης —όπως κόστος, αβεβαιότητα, φόβος για την αντίδραση της αγοράς ή αμφιβολίες για την ικανότητα υλοποίησης— και τέλος να μετατρέψουν τη συζήτηση σε συγκεκριμένες αποφάσεις και επόμενα βήματα. 

Η J.P. Morgan αναγνωρίζει ακόμη συμπεριφορικές παγίδες όπως το present bias, όπου οι άμεσες προτεραιότητες εκτοπίζουν τους μακροπρόθεσμους κινδύνους, την υπερβολική εμπιστοσύνη στην προηγούμενη επιτυχή διαχείριση κρίσεων και το loss aversion, όπου οι επιχειρήσεις υπερεκτιμούν το άμεσο κόστος μιας αλλαγής και υποτιμούν το μελλοντικό κόστος της αδράνειας. 

Το πρακτικό σκέλος της έκθεσης καταλήγει σε τρία συγκεκριμένα βήματα για τα boards. Πρώτον, η διοίκηση πρέπει να εντοπίσει τις πέντε σημαντικότερες εκθέσεις σε κινδύνους ανθεκτικότητας που θα μπορούσαν να πλήξουν ουσιωδώς τις λειτουργίες ή τις οικονομικές επιδόσεις της εταιρείας.

Δεύτερον, να παρουσιάσει τρία σύνολα ενεργειών: κινήσεις χαμηλού κόστους που έχουν αξία σχεδόν σε κάθε σενάριο, στοχευμένες επενδύσεις με σαφή απόδοση ή τεκμηριωμένη μείωση κινδύνου και contingency actions που θα ενεργοποιούνται όταν ξεπεραστούν συγκεκριμένα όρια.

Τρίτον, προτείνεται η δημιουργία μιας τακτικής διαδικασίας επανεξέτασης της ανθεκτικότητας σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, ώστε το θέμα να παραμένει υπό εποπτεία χωρίς να καταλαμβάνει δυσανάλογο μέρος της ατζέντας. 

Το μήνυμα της J.P. Morgan είναι ότι η resilience δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως αμυντική δαπάνη. Μπορεί να λειτουργήσει ως επένδυση που προστατεύει οικονομική αξία, ενισχύει τη στρατηγική ευελιξία και δημιουργεί πλεονέκτημα όταν οι συνθήκες αλλάζουν απότομα.

Σε ένα επιχειρηματικό περιβάλλον όπου κλιματική αλλαγή, γεωπολιτική, AI και κυβερνοασφάλεια μπορούν να αλληλεπιδρούν και να πολλαπλασιάζουν τις επιπτώσεις τους, η συζήτηση για την ανθεκτικότητα μετακινείται έτσι από το operational risk στο επίπεδο της εταιρικής στρατηγικής και του board governance.

Πηγή: J.P. Morgan,

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ