Την ανάγκη για έγκαιρη ρυθμιστική σαφήνεια, προβλεψιμότητα και σταθερότητα στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις αγορές και τις υποδομές διοξειδίου του άνθρακα υπογραμμίζει η EnEarth, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
.
Όπως επισημαίνει, η επιτυχία της πολιτικής για τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο το θεσμικό περιβάλλον θα προσφέρει στους επενδυτές συνθήκες αντίστοιχες με εκείνες που επέτρεψαν την ανάπτυξη των δικτύων ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου στην Ευρώπη.
Η συμβολή της εταιρείας βασίζεται στη συμμετοχή της στην ανάπτυξη του έργου Prinos CO₂ Storage Project, μιας από τις πιο προχωρημένες πρωτοβουλίες αποθήκευσης CO₂ στη Νότια Ευρώπη, αλλά και στη μακρόχρονη εμπειρία από τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση των ενεργειακών αγορών της ΕΕ. Όπως τονίζεται, η προσέγγιση δεν είναι θεωρητική, αλλά αποτυπώνει την οπτική ενός φορέα που βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με ζητήματα αδειοδότησης, χρηματοδότησης, διασυνοριακού συντονισμού, εμπορικής δομής και μακροχρόνιας ευθύνης.
Σύμφωνα με την EnEarth, η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα αποτελεί ένα από τα πλέον κεφαλαιοβόρα στοιχεία της ευρωπαϊκής πορείας απανθρακοποίησης. Τα έργα αποθήκευσης απαιτούν υψηλές αρχικές επενδύσεις, μεγάλους χρόνους ωρίμανσης και ανάληψη κινδύνων που δεν συναντώνται σε παραδοσιακές βιομηχανικές επενδύσεις, όπως γεωλογικός κίνδυνος, μακροχρόνιες υποχρεώσεις συγκράτησης, ρυθμιστική και πολιτική αβεβαιότητα, καθώς και αβεβαιότητα για τους μελλοντικούς όγκους και τα ποσοστά αξιοποίησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εταιρεία υποστηρίζει ότι το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο θα πρέπει να προσφέρει δεσμευτικά και έγκαιρα ρυθμιστικά σήματα, ιδίως για έργα πρώτης γενιάς. Κρίσιμη θεωρείται η σαφήνεια στους όρους πρόσβασης στη μεταφορά και αποθήκευση, στις αρχές τιμολόγησης και αποζημίωσης, στους μηχανισμούς κατανομής δυναμικότητας και στην κατανομή ευθύνης και έκθεσης στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών σε όλη την αλυσίδα αξίας.
Η εμπειρία από το Τρίτο Ενεργειακό Πακέτο, όπως επισημαίνεται, δείχνει ότι η έγκαιρη ρυθμιστική σαφήνεια δεν επιβραδύνει την ανάπτυξη των αγορών αλλά λειτουργεί ως προϋπόθεση για την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων σε υποδομές με υψηλό σταθερό κόστος και μεγάλη διάρκεια ζωής. Αντίστοιχη λογική προτείνεται να εφαρμοστεί και στις υποδομές CO₂, με υποχρέωση των εθνικών ρυθμιστικών αρχών να λαμβάνουν αποφάσεις έγκαιρα, εντός σαφών προθεσμιών και με προστασία από αναδρομικές αλλαγές, ώστε να διατηρείται η εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ετερογενή και αναδυόμενο χαρακτήρα της αγοράς CO₂. Η EnEarth σημειώνει ότι πολλά έργα θα αναπτυχθούν από ιδιωτικούς φορείς σε περιβάλλοντα περιορισμένης ζήτησης και υψηλού κινδύνου χαμηλής αξιοποίησης. Για τον λόγο αυτό, το πλαίσιο θα πρέπει να επιτρέπει χρονικά περιορισμένες ρυθμιστικές εξαιρέσεις ή προσαρμοσμένη μεταχείριση, χωρίς να θίγονται οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της εσωτερικής αγοράς.
Παράλληλα, κρίσιμη θεωρείται η διασφάλιση κατάλληλων και ανάλογων αποδόσεων για τους επενδυτές. Όπως τονίζεται, οι υποδομές μεταφοράς και αποθήκευσης CO₂ δεν πρόκειται να αναπτυχθούν σε κλίμακα χωρίς ρητή αντιμετώπιση της αποζημίωσης, των προσαρμοσμένων στον κίνδυνο αποδόσεων και των κινήτρων για πρόωρη κατασκευή υποδομών πριν από την πλήρη ωρίμανση της ζήτησης.
Σημαντική διάσταση αποτελεί και η διασυνοριακή συνεργασία. Για αρκετά κράτη μέλη, ιδίως στη Νότια Ευρώπη, οι εγχώριες επιλογές αποθήκευσης είναι περιορισμένες ή θα αναπτυχθούν σταδιακά. Η EnEarth υπογραμμίζει ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο θα πρέπει να διευκολύνει τη διασυνοριακή πρόσβαση σε αποθηκευτικούς χώρους, ακόμη και σε γειτονικές τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ισοδύναμων προτύπων ασφάλειας, περιβαλλοντικής προστασίας και παρακολούθησης.
Συμπερασματικά, η εταιρεία εκτιμά ότι η επερχόμενη νομοθετική πρωτοβουλία για τις αγορές και τις υποδομές CO₂ οφείλει να βασιστεί στα ρυθμιστικά διδάγματα των ενεργειακών αγορών της Ευρώπης. Μόνο με σταθερό, προβλέψιμο και αξιόπιστο πλαίσιο, με αναλογική ευελιξία για τα πρώιμα έργα και με έγκαιρη λήψη αποφάσεων, μπορεί το CCS να αναπτυχθεί σε κλίμακα και να συμβάλει ουσιαστικά στη στρατηγική της ΕΕ για το κλίμα και τη βιομηχανία.








