Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει τη δημιουργία ενός νέου διεθνούς οργάνου με την ονομασία «Board of Peace» (Συμβούλιο Ειρήνης), το οποίο, σύμφωνα με προσχέδιο καταστατικού, θα λειτουργεί υπό την άμεση εποπτεία του ίδιου και θα χρηματοδοτείται από τις χώρες που επιθυμούν να συμμετέχουν.
.
Σύμφωνα με το προσχέδιο, κράτη που θα ζητούν μόνιμη θέση στο Συμβούλιο ενδέχεται να κληθούν να καταβάλουν τουλάχιστον 1 δισ. δολάρια μέσα στον πρώτο χρόνο συμμετοχής τους. Η καταβολή αυτή παρουσιάζεται ως προϋπόθεση για τη διατήρηση μόνιμου ρόλου στο όργανο, με τη θητεία κάθε μέλους να προβλέπεται έως τρία έτη, κατόπιν έγκρισης του προέδρου.
Το νέο όργανο φέρεται να έχει ως αρχικό αντικείμενο την ειρηνευτική διαχείριση της κρίσης στη Λωρίδα της Γάζας, με δυνατότητα επέκτασης της αποστολής του και σε άλλες διεθνείς συγκρούσεις. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα έχει καθοριστικό ρόλο τόσο στη σύνθεση όσο και στη λειτουργία του Συμβουλίου, διατηρώντας τον έλεγχο των προσκλήσεων και των βασικών κανόνων λειτουργίας.
Ο Λευκός Οίκος, πάντως, έσπευσε να αμφισβητήσει τη συγκεκριμένη ερμηνεία του προσχεδίου, υποστηρίζοντας ότι δεν υφίσταται επίσημο κατώτατο χρηματικό όριο για τη συμμετοχή χωρών στο Συμβούλιο Ειρήνης. Σε σχετική δήλωση, κυβερνητικοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι η συμμετοχή θα βασίζεται στη «δέσμευση στην ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα» και όχι αποκλειστικά σε οικονομικούς όρους.
Παρά τις διαψεύσεις, η πρωτοβουλία έχει ήδη προκαλέσει έντονο προβληματισμό στη διεθνή κοινότητα, καθώς εγείρονται ερωτήματα για το κατά πόσο το νέο όργανο θα λειτουργήσει συμπληρωματικά ή ανταγωνιστικά προς υφιστάμενους διεθνείς θεσμούς. Διπλωματικές πηγές επισημαίνουν ότι η σύνδεση της συμμετοχής με υψηλά χρηματικά ποσά θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες στη διεθνή διπλωματία και να περιορίσει τη συμμετοχή σε χώρες με ισχυρή οικονομική δυνατότητα.
Η πρόταση εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο των ΗΠΑ στη διεθνή ασφάλεια και στη διαχείριση μεταπολεμικών κρίσεων, με έμφαση σε νέες, πιο ευέλικτες – αλλά και πιο συγκεντρωτικές – δομές λήψης αποφάσεων.
Πηγή: Reuters








