Η βιομηχανία της μόδας αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο μιλά για sustainability, μετατοπίζοντας το αφήγημα από την ηθική και το περιβάλλον προς την οικονομική ανθεκτικότητα, την προστασία περιθωρίων κέρδους και τη διαχείριση κινδύνου.
.
Αυτό ήταν, σύμφωνα με το Business of Fashion, το βασικό συμπέρασμα του φετινού Global Fashion Summit 2026 στην Κοπεγχάγη, όπου κορυφαία fashion groups και sustainability executives παρουσίασαν τη βιωσιμότητα όχι πλέον ως “mission-driven” στόχο αλλά ως business survival strategy.
Η δημοσιογράφος του BoF, Shayeza Walid, σημειώνει ότι στις περισσότερες συζητήσεις του συνεδρίου η έμφαση μεταφέρθηκε από τις εκπομπές άνθρακα και την «ηθική ευθύνη» προς την προστασία εφοδιαστικών αλυσίδων, την προσέλκυση επενδύσεων και τη θωράκιση της κερδοφορίας απέναντι σε γεωπολιτική αστάθεια και ρυθμιστική αβεβαιότητα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, αρκετά στελέχη της αγοράς παραδέχθηκαν ιδιωτικά ότι το ίδιο το λεξιλόγιο του sustainability έχει γίνει πλέον πιο δύσκολο να «πουληθεί» εσωτερικά στις εταιρείες, εκτός αν συνδέεται άμεσα με οικονομική αξία.
Η αλλαγή αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η παραδοσιακή αφήγηση της βιώσιμης μόδας — «καλύτερη για τον πλανήτη και τους ανθρώπους» — φαίνεται να χάνει εμπορική δυναμική.
Το BoF υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με εκτίμηση του Apparel Impact Institute, έως και το 34% της κερδοφορίας της βιομηχανίας μόδας θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο έως το 2030 εάν δεν υπάρξουν ισχυρές επενδύσεις στη βιωσιμότητα και την κλιματική προσαρμογή.
Στο summit ξεχώρισε και η πιο δημόσια τοποθέτηση του ομίλου LVMH γύρω από την κλιματική κρίση. Η διευθύντρια περιβαλλοντικής ανάπτυξης του ομίλου, Hélène Valade, δήλωσε ότι «η βιωσιμότητα δεν είναι πλέον δευτερεύον ζήτημα», αλλά βρίσκεται στον πυρήνα της στρατηγικής του ομίλου, καθώς οι συνέπειες της υπερθέρμανσης απειλούν ήδη τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Αντίστοιχα, η Kering συνέχισε να προβάλλει επενδύσεις σε regenerative agriculture και climate resilience, ενώ η Pandora παρουσίασε μια νέα καμπάνια για lab-grown diamonds με ambassador την Pamela Anderson, προσθέτοντας το “C for carbon emissions” στα παραδοσιακά “4Cs” των διαμαντιών.
Το BoF επισημαίνει ότι η βιομηχανία προσπαθεί πλέον να «μεταφράσει» το sustainability σε γλώσσα πιο εύκολα κατανοητή από επενδυτές και καταναλωτές, όπως operational resilience, wellness, longevity και value.
Παράλληλα όμως, η δημοσιογράφος σημειώνει ότι σημαντικά κοινωνικά ζητήματα παραμένουν στο περιθώριο. Παρά τις εκτενείς συζητήσεις για climate adaptation και resilience, υπήρξε «εντυπωσιακά μικρή αίσθηση επείγοντος» γύρω από heat stress, labour conditions και προστασία εργαζομένων στις παραγωγικές αλυσίδες.
Το θέμα αυτό ήρθε ξανά στην επιφάνεια με αφορμή το φετινό Met Gala 2026 στη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα με το λαμπερό event, εργαζόμενοι και οργανώσεις όπως η Amazon Labor Union και η Teamsters International διοργάνωσαν παράλληλη διαμαρτυρία με τίτλο “Ball Without Billionaires”, καταγγέλλοντας τις εργασιακές συνθήκες πίσω από τη βιομηχανία της μόδας.
Το δημοσίευμα συνδέει επίσης τη νέα συζήτηση γύρω από sustainability με τις αμερικανικές έρευνες για forced labour σε fashion supply chains, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέους δασμούς και περιορισμούς εισαγωγών από χώρες όπως το Μπανγκλαντές, η Ινδία και το Βιετνάμ.
Σύμφωνα με ειδικούς που επικαλείται το BoF, η κυβέρνηση του Donald Trump εξετάζει νέα νομικά εργαλεία για την επιβολή εμπορικών περιορισμών με βάση ζητήματα forced labour, αυξάνοντας δραστικά τις απαιτήσεις για traceability και πλήρη χαρτογράφηση των εφοδιαστικών αλυσίδων μέχρι το επίπεδο των raw materials.
Το συμπέρασμα του Business of Fashion είναι ότι το sustainability δεν «πεθαίνει», αλλά αλλάζει κέντρο βάρους: από climate idealism σε financial resilience και risk management.
Όπως σημειώνει η Σαγιέζα Γουάλιντ, όσο η βιομηχανία συνεχίζει να αποφεύγει τη συζήτηση για τις κοινωνικές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στους εργαζόμενους της εφοδιαστικής αλυσίδας, «η συζήτηση γύρω από τη βιωσιμότητα θα παραμένει ελλιπής».
Πηγή: Business of Fashion








