Από το πετρέλαιο στον ηλεκτρισμό: Το ενεργειακό μάθημα της Ευρώπης από τη δεκαετία του ’70
Η Ευρώπη έχει αλλάξει θεαματικά τον τρόπο με τον οποίο παράγει ηλεκτρική ενέργεια. Δεν έχει αλλάξει, όμως, με την ίδια ταχύτητα τον τρόπο με τον οποίο την καταναλώνει. Και αυτή ακριβώς η απόσταση ανάμεσα στην καθαρότερη ηλεκτροπαραγωγή και στη συνεχιζόμενη εξάρτηση των μεταφορών, της θέρμανσης και της βιομηχανίας από τα ορυκτά καύσιμα αποτελεί σήμερα μία από τις βασικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης.
Το συμπέρασμα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα ανάλυσης των Daniela Arlia και John Hutchinson στο blog της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με αφορμή τα διδάγματα που άφησαν οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970.
Το βασικό μήνυμα είναι απλό αλλά ουσιαστικό: η Ευρώπη δεν αρκεί να διαφοροποιήσει τις πηγές ενέργειας. Χρειάζεται να αλλάξει δομικά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί την ενέργεια.
Οι κρίσεις του ’70 άλλαξαν το ενεργειακό μοντέλο
Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973-1974 και του 1979-1980 υπήρξαν καταλύτες για βαθιές αλλαγές στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Η εξάρτηση από το πετρέλαιο περιορίστηκε, η πυρηνική ενέργεια ενισχύθηκε σε αρκετές χώρες, ενώ σταδιακά αυξήθηκε η χρήση φυσικού αερίου και, αργότερα, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Η διαφοροποίηση αυτή μείωσε την έκθεση της Ευρώπης σε ένα ενεργειακό σύστημα που μέχρι τότε εξαρτιόταν σε υπερβολικό βαθμό από το πετρέλαιο.
Δεν εξάλειψε, όμως, την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Οι μεταφορές εξακολουθούν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο, σημαντικό μέρος της θέρμανσης εξαρτάται από το φυσικό αέριο, ενώ μεγάλοι βιομηχανικοί κλάδοι παραμένουν άμεσα εκτεθειμένοι στις διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας.
Αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης παραμένει στενά συνδεδεμένη με τις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται ήδη στην ηλεκτροπαραγωγή
Σε σχέση με τη δεκαετία του 1970 υπάρχει, ωστόσο, μία κρίσιμη διαφορά: οι τεχνολογίες που απαιτούνται για μια πραγματική ενεργειακή μετάβαση είναι πλέον διαθέσιμες σε μεγάλη κλίμακα και έχουν γίνει οικονομικά ανταγωνιστικές.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η ΕΚΤ από τον International Renewable Energy Agency, το 91% των νέων έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που τέθηκαν σε λειτουργία το 2024 ήταν φθηνότερα από εναλλακτικές λύσεις βασισμένες στα ορυκτά καύσιμα.
Η αλλαγή είναι ήδη ορατή στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Το 2024 οι ανανεώσιμες πηγές παρήγαγαν το 47% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ποσοστό-ρεκόρ. Σε αρκετές χώρες, μάλιστα, το μερίδιό τους ξεπέρασε το 50%.
Η ευρωπαϊκή ηλεκτροπαραγωγή γίνεται επομένως όχι μόνο καθαρότερη αλλά και λιγότερο εκτεθειμένη στις απότομες διακυμάνσεις των διεθνών τιμών των ορυκτών καυσίμων.
Το πρόβλημα αρχίζει μετά την πρίζα
Η πρόοδος στην ηλεκτροπαραγωγή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η ευρωπαϊκή οικονομία έχει απεξαρτηθεί από τα ορυκτά καύσιμα.
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο της ανάλυσης.
Η ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύει σήμερα μόλις περίπου το 23% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρώπη, ποσοστό που παραμένει σχεδόν στάσιμο την τελευταία δεκαετία.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη έχει προχωρήσει πολύ πιο γρήγορα στο να καθαρίσει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ό,τι στο να ηλεκτροδοτήσει την οικονομία της.
Όσο τα αυτοκίνητα βασίζονται κυρίως στα υγρά καύσιμα, τα κτίρια στο φυσικό αέριο και σημαντικό μέρος της βιομηχανίας σε ορυκτές πηγές ενέργειας, η έκθεση των ευρωπαϊκών οικονομιών σε εξωτερικά ενεργειακά σοκ θα παραμένει υψηλή.
Ο στόχος για την επόμενη περίοδο είναι επομένως διαφορετικός: όχι μόνο περισσότερες ΑΠΕ, αλλά πολύ περισσότερος ηλεκτρισμός στις τελικές χρήσεις.
Η ΕΕ έχει θέσει ενδεικτικό στόχο το ποσοστό ηλεκτροποίησης της τελικής κατανάλωσης να φτάσει το 46% έως το 2040.
Η ενεργειακή εξάρτηση έχει και μακροοικονομικό κόστος
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την κλιματική πολιτική.
Αφορά τον πληθωρισμό, την ανταγωνιστικότητα και συνολικά τη σταθερότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ΕΚΤ, η Ευρωπαϊκή Ένωση δαπάνησε 336,7 δισ. ευρώ για εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων.
Κάθε νέα γεωπολιτική κρίση που προκαλεί αύξηση των τιμών πετρελαίου ή φυσικού αερίου μεταφέρεται στην ευρωπαϊκή οικονομία μέσω του κόστους παραγωγής, των μεταφορών και των τιμών που πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Για μια κεντρική τράπεζα, αυτή η εξάρτηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Τα μεγάλα ενεργειακά σοκ μπορούν να τροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό και, εφόσον αποκτήσουν διάρκεια, να επηρεάσουν τις τιμές και τους μισθούς σε ολόκληρη την οικονομία.
Η νομισματική πολιτική μπορεί να αντιδράσει στις πληθωριστικές συνέπειες. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την ενεργειακή πολιτική.
Από τη διαφοροποίηση στη δομική αλλαγή
Ίσως αυτό να είναι και το σημαντικότερο μάθημα από τις κρίσεις της δεκαετίας του 1970.
Οι ενεργειακές κρίσεις δεν αντιμετωπίζονται μόνο με την αναζήτηση νέων προμηθευτών.
Τη δεκαετία του ’70 η απάντηση περιλάμβανε νέους θεσμούς, στρατηγικά αποθέματα, επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια και σημαντικές βελτιώσεις στην ενεργειακή αποδοτικότητα.
Σήμερα, η αντίστοιχη δομική αλλαγή περνά μέσα από την ηλεκτροκίνηση, τις αντλίες θερμότητας, την ηλεκτροποίηση των βιομηχανικών διεργασιών, αλλά και από πολύ μεγαλύτερες επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα, στην αποθήκευση ενέργειας και στις διασυνδέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών.
Η πράσινη μετάβαση, υπό αυτή την έννοια, παύει να είναι αποκλειστικά περιβαλλοντική επιλογή. Μετατρέπεται σε πολιτική ενεργειακής ασφάλειας και οικονομικής ανθεκτικότητας.
Αν η δεκαετία του 1970 αποτέλεσε την αφετηρία για τη διαφοροποίηση της Ευρώπης από το πετρέλαιο, η σημερινή περίοδος μπορεί να αποδειχθεί η στιγμή κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία θα κάνει το επόμενο βήμα: από τα ορυκτά καύσιμα στον ηλεκτρισμό.
Πηγή: European Central Bank – The ECB Blog, “From oil to electrons: lessons from the 1970s energy crises”, Daniela Arlia και John Hutchinson, 7 Αυγούστου 2026.









