Η κλιματική δράση περνά σε μια διαφορετική φάση. Οι μεγάλες εξαγγελίες, οι μακροπρόθεσμοι στόχοι και οι φιλόδοξες δεσμεύσεις δεν αρκούν πλέον. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς οι λύσεις που μπορούν να προστατεύσουν τη φύση και να σταθεροποιήσουν το κλίμα θα γίνουν επενδύσιμες, ανταγωνιστικές και ικανές να αναπτυχθούν σε ολόκληρες αγορές.
Το φετινό καλοκαίρι έκανε ακόμη πιο δύσκολο να αγνοηθεί το κόστος της αδράνειας. Καύσωνες, πυρκαγιές και πλημμύρες προκαλούν ανθρώπινες απώλειες και αυξανόμενες οικονομικές ζημιές, ενώ οι πιέσεις σε νερό και τρόφιμα γίνονται εντονότερες. Ταυτόχρονα, οι πολίτες αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πιο άμεσα το κόστος και τους περιορισμούς που συνοδεύουν ορισμένες από τις νέες τεχνολογικές τάσεις.
Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η τεράστια ανάπτυξη των data centers δημιουργεί νέες απαιτήσεις σε ηλεκτρική ενέργεια και νερό, και σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης και των ΗΠΑ οι τοπικές κοινωνίες αντιδρούν ήδη στην εγκατάσταση νέων hyperscale υποδομών.
Αυτό, όμως, δεν αποτελεί λόγο για παραίτηση από την κλιματική μετάβαση. Το αντίθετο.
Για την Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο, η καθυστέρηση θα σήμαινε μεγαλύτερη έκθεση στους φυσικούς κινδύνους της κλιματικής αλλαγής, αλλά και ενίσχυση του τεχνολογικού προβαδίσματος της Κίνας σε κρίσιμους τομείς όπως οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά δίκτυα, η ηλιακή ενέργεια, τα ηλεκτρικά οχήματα και η προηγμένη μεταποίηση.
Αυτό που χρειάζεται πλέον δεν είναι ένας ακόμη γύρος γενικών δεσμεύσεων, αλλά μια διαφορετική προσέγγιση: να κατανοήσουμε γιατί λύσεις που ήδη υπάρχουν και λειτουργούν δεν καταφέρνουν να αναπτυχθούν στην κλίμακα που απαιτείται.
Η κλιματική μετάβαση μπορεί να διατηρήσει κοινωνική και πολιτική υποστήριξη μόνο εφόσον βελτιώνει την καθημερινότητα των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει χαμηλότερους λογαριασμούς, αξιόπιστες υποδομές, ασφαλή τρόφιμα, καλές θέσεις εργασίας και την πεποίθηση ότι η αλλαγή γίνεται με τρόπο οργανωμένο και αποτελεσματικό.
Η ίδια λογική ισχύει και για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Στο Upton-upon-Severn της Αγγλίας, για παράδειγμα, αντιπλημμυρικά έργα που χρηματοδοτήθηκαν εν μέρει μέσω συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα έχουν περιορίσει τις ζημιές από πλημμύρες, προσφέροντας οφέλη τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις ασφαλιστικές εταιρείες. Σε κοντινές περιοχές χωρίς αντίστοιχη προστασία, το ασφαλιστικό πρόβλημα γίνεται ολοένα σοβαρότερο.
Η λύση υπάρχει. Το δύσκολο μέρος είναι η κλιμάκωσή της.
Το ίδιο συμβαίνει σε επίπεδο νοικοκυριών. Ένας ιδιοκτήτης μπορεί να γνωρίζει ότι χρειάζεται να επενδύσει σε ενεργειακή απόδοση ή αντιπλημμυρική προστασία, αλλά να μην εμπιστεύεται την τεχνολογία, να μην ξέρει ποιος μπορεί να την εγκαταστήσει σωστά, να αποθαρρύνεται από πολύπλοκες αδειοδοτήσεις ή απλώς να μην βλέπει καθαρά την οικονομική αξία της επένδυσης.
Αυτά τα εμπόδια δεν αφορούν μόνο τα κτίρια. Εμφανίζονται στη μεταποίηση, στις μεταφορές, στην ενέργεια και στην αγροτική παραγωγή.
Η επόμενη φάση της κλιματικής δράσης απαιτεί αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε market-shaping: τη συνειδητή διαμόρφωση αγορών ώστε οι καλύτερες λύσεις να γίνονται εύκολότερες στην αγορά, τη χρηματοδότηση, την ασφάλιση, την αδειοδότηση, την εγκατάσταση και τελικά στην αποδοχή τους από πολίτες και επιχειρήσεις.
Δεν είναι τόσο εντυπωσιακό όσο η ανακοίνωση ενός νέου μεγάλου στόχου. Είναι όμως πολύ πιθανότερο να παράγει πραγματικά αποτελέσματα.
Στην πράξη, αυτό μπορεί να σημαίνει συγκέντρωση της ζήτησης ώστε να δημιουργείται επαρκής αγορά για νέες τεχνολογίες, χρήση των δημόσιων προμηθειών για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης, καλύτερη ευθυγράμμιση προτύπων, πολιτικής και κεφαλαίων, αλλά και κατανομή του κινδύνου ώστε οι επιχειρήσεις που κινούνται πρώτες να μην επωμίζονται δυσανάλογο κόστος.
Στον ενεργειακό τομέα, τα βασικά εργαλεία είναι ήδη γνωστά: καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, ηλεκτροποίηση, αποθήκευση και ενεργειακή αποδοτικότητα.
Η επιτάχυνσή τους, όμως, απαιτεί περισσότερες επενδύσεις στα δίκτυα και στην αποθήκευση, ταχύτερες αδειοδοτήσεις που θα διατηρούν την κοινωνική συναίνεση, νέες αγορές ευελιξίας, ισχυρότερες αλυσίδες εφοδιασμού, ανάπτυξη δεξιοτήτων και αξιόπιστα σήματα ζήτησης.
Οι δυτικές οικονομίες διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα που μπορούν να αξιοποιήσουν: βαθιές κεφαλαιαγορές, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα παγκόσμιας κλάσης, καινοτόμες επιχειρήσεις, τεχνική τεχνογνωσία, ισχυρές πόλεις, δημόσιες προμήθειες και τεράστια συνταξιοδοτικά κεφάλαια.
Το ζήτημα είναι να συντονιστούν.
Ανάλογη προσέγγιση χρειάζεται και στα τρόφιμα.
Οι αυξανόμενοι κίνδυνοι για την επισιτιστική ασφάλεια μπορούν να αντιμετωπιστούν με τεχνολογίες και πρακτικές που ήδη υπάρχουν: βιολογικές εισροές, γεωργία ακριβείας, ανθεκτικότερες καλλιέργειες, εναλλακτικές πρωτεΐνες, καλύτερη διαχείριση της γης και ψηφιακά εργαλεία.
Η διάδοσή τους, όμως, απαιτεί δημόσιες και ιδιωτικές προμήθειες που να ανταμείβουν την ανθεκτικότητα και τη διατροφική αξία, χρηματοδότηση που να αναγνωρίζει την οικονομική σημασία του υγιούς εδάφους και των υδάτινων πόρων, καθώς και συμβάσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες που να μοιράζουν δίκαια το κόστος και τον κίνδυνο της μετάβασης.
Χρειάζονται επίσης τοπικές συνεργασίες μεταξύ αγροτών, επιχειρήσεων, επενδυτών και δημόσιων οργανισμών.
Σε όλα αυτά, η κυβέρνηση διατηρεί κεντρικό ρόλο. Οι κανόνες της αγοράς πρέπει να διαμορφώνονται έτσι ώστε να είναι οικονομικά περισσότερο συμφέρον για μια επιχείρηση να προστατεύει την κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον παρά να μεταφέρει το κόστος των δραστηριοτήτων της στους υπόλοιπους.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλώς να βρεθούν περισσότερα κεφάλαια για τη βιωσιμότητα. Είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες στις οποίες αυτά τα κεφάλαια μπορούν να κινηθούν σε κλίμακα.
Πολλοί άνθρωποι στον επιχειρηματικό κόσμο, στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στη δημόσια ζωή ανησυχούν για το μέλλον και αναζητούν μια εναλλακτική στον κλιματικό πεσιμισμό.
Η απάντηση βρίσκεται λιγότερο στις μεγάλες διακηρύξεις και περισσότερο στην πρακτική οικοδόμηση αγορών: στις υποδομές, στους κανόνες, στη χρηματοδότηση και στις δυνατότητες που μπορούν να κάνουν την κλιματική μετάβαση όχι απλώς μια περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά την ισχυρότερη οικονομική επιλογή.
Πηγή: Reuters








