Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσέρχεται στις δύο μεγάλες περιβαλλοντικές διασκέψεις του ΟΗΕ του φθινοπώρου με κοινό μήνυμα: οι διεθνείς δεσμεύσεις για κλίμα και βιοποικιλότητα πρέπει πλέον να μετατραπούν σε συγκεκριμένη εφαρμογή. Το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε δύο σύνολα συμπερασμάτων που καθορίζουν τις διαπραγματευτικές θέσεις της Ένωσης πριν από την COP17 για τη βιοποικιλότητα στο Γερεβάν, 19-30 Οκτωβρίου, και την COP31 για το κλίμα στην Αττάλεια, 9-20 Νοεμβρίου 2026.
.
Στο κλιματικό σκέλος, η θέση της ΕΕ καταγράφει μια σημαντική μετατόπιση στη διεθνή συζήτηση. Το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι οι παγκόσμιες εκπομπές συνεχίζουν να αυξάνονται και ότι η υπέρβαση του 1,5°C είναι πλέον πιθανή μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Παράλληλα, όμως, ζητά από τις χώρες –και ιδιαίτερα από τους μεγάλους emitters– να περιορίσουν τόσο το μέγεθος όσο και τη διάρκεια της υπέρβασης και να επιδιώξουν επιστροφή σε πορεία συμβατή με τον 1,5°C.
Το «overshoot-peak-decline» στο επίκεντρο
Το Συμβούλιο χαρακτηρίζει την προσέγγιση «overshoot, peak and decline» ως την καλύτερη εναπομείνασα επιλογή ώστε η αύξηση της θερμοκρασίας να επανέλθει στον 1,5°C ή χαμηλότερα έως το τέλος του αιώνα. Η λογική είναι ότι, ακόμη και εάν υπάρξει προσωρινή υπέρβαση του στόχου, κάθε επιπλέον κλάσμα βαθμού θέρμανσης που αποφεύγεται μειώνει τον κίνδυνο μη αναστρέψιμων κλιματικών επιπτώσεων.
Η COP31 καλείται, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή θέση, να αποτελέσει «step-change» στην εφαρμογή της Συμφωνίας του Παρισιού και να περιορίσει τόσο το ambition gap όσο και το implementation gap. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα Nationally Determined Contributions (NDCs), με την ΕΕ να ζητά από τις χώρες που δεν έχουν ακόμη καταθέσει νέα σχέδια να το πράξουν πριν από τη διάσκεψη και οι δεσμεύσεις τους να αντανακλούν την υψηλότερη δυνατή φιλοδοξία και την καλύτερη διαθέσιμη επιστήμη.
Στο ίδιο πλαίσιο, τα NDCs και τα National Adaptation Plans καλούνται να συνδεθούν περισσότερο με τα εθνικά investment plans και τις country platforms, μεταφέροντας την κλιματική πολιτική βαθύτερα στον οικονομικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό.
Μετάβαση μακριά από τα ορυκτά καύσιμα
Ιδιαίτερα σαφής είναι η θέση για την ενέργεια. Το Συμβούλιο επαναλαμβάνει την ανάγκη μετάβασης μακριά από τα ορυκτά καύσιμα με δίκαιο, ομαλό και ισότιμο τρόπο, συνδέοντας τη στροφή προς ΑΠΕ, low-carbon energy και energy efficiency όχι μόνο με την απανθρακοποίηση αλλά και με την ενεργειακή ασφάλεια, την προσιτή ενέργεια και τη μείωση στρατηγικών εξαρτήσεων.
Στην COP31 η ΕΕ θα ζητήσει την εφαρμογή των αποτελεσμάτων του πρώτου Global Stocktake, συμπεριλαμβανομένων της μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα, του τριπλασιασμού της παγκόσμιας δυναμικότητας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, του διπλασιασμού του ρυθμού βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας, της μείωσης των εκπομπών μεθανίου και άλλων non-CO₂ emissions και της παύσης και αντιστροφής της αποψίλωσης έως το 2030.
Κεντρικό ρόλο αποκτά και η clean electrification, την οποία η ΕΕ αντιμετωπίζει ως εργαλείο ταυτόχρονα για μεγαλύτερη κλιματική φιλοδοξία, ταχύτερη εφαρμογή και ενίσχυση των διεθνών συνεργασιών. Το Συμβούλιο αναφέρεται και στην πρωτοβουλία Electrify Now, ενώ στην ατζέντα της εισερχόμενης προεδρίας της COP31 βρίσκονται ακόμη zero waste, methane reduction, resilient cities and buildings και green industrialisation.
Climate resilience ως οικονομική προϋπόθεση
Η ευρωπαϊκή θέση δίνει αυξημένο βάρος στην προσαρμογή. Η climate resilience χαρακτηρίζεται προϋπόθεση για ασφαλείς, βιώσιμες και ευημερούσες κοινωνίες και οικονομίες, με mitigation και adaptation να θεωρούνται συμπληρωματικά και εξίσου αναγκαία. Το Συμβούλιο υπογραμμίζει επίσης τη σημασία early-warning systems, ιδιαίτερα για Small Island Developing States και Least Developed Countries.
Η ΕΕ επαναβεβαιώνει τη στήριξή της στο Global Goal on Adaptation και στο UAE Framework for Global Climate Resilience, ενώ επιδιώκει μεγαλύτερη σύνδεση της ανθεκτικότητας με investment decisions και development planning.
Παράλληλα, το Συμβούλιο βλέπει την climate transition και την circular economy ως παράγοντες innovation, employment, growth και competitiveness και όχι μόνο ως περιβαλλοντική πολιτική.
Περισσότερη climate finance – όχι μόνο από δημόσιους πόρους
Στο χρηματοδοτικό σκέλος, η ΕΕ ζητά κλιμάκωση της χρηματοδότησης προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, με πόρους για mitigation, adaptation και loss and damage. Επαναφέρει επίσης τον στόχο για προσπάθειες τριπλασιασμού της adaptation finance έως το 2035.
Το Συμβούλιο αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι οι δημόσιοι πόροι δεν επαρκούν για τις χρηματοδοτικές ανάγκες που δημιουργεί η Συμφωνία του Παρισιού και ζητά διεύρυνση τόσο των πηγών χρηματοδότησης όσο και της βάσης των contributors.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην κατεύθυνση των συνολικών χρηματοδοτικών ροών: το κεφάλαιο πρέπει να μετακινηθεί από high-emission investments προς low-carbon και climate-resilient development. Το Συμβούλιο αναφέρεται σε carbon pricing, emissions trading και carbon markets ως δυνητικές καινοτόμες χρηματοδοτικές πηγές και χαρακτηρίζει τα αποτελεσματικά εγχώρια carbon pricing instruments μεταξύ των αποδοτικότερων μέσων για μείωση εκπομπών και ανακατεύθυνση κεφαλαίων.
COP17: Ο στόχος 30% για φύση και περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια
Στη βιοποικιλότητα, το μήνυμα της ΕΕ είναι αντίστοιχο: δεν χρειάζονται νέοι παγκόσμιοι στόχοι όσο επιτάχυνση στην εφαρμογή όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί.
Το Kunming-Montreal Global Biodiversity Framework, που υιοθετήθηκε το 2022, προβλέπει μεταξύ άλλων προστασία τουλάχιστον του 30% της ξηράς και της θάλασσας μέχρι το 2030. Στην COP17, η ΕΕ θα ζητήσει ταχύτερη δράση για την επίτευξη αυτών των στόχων και μεγαλύτερη ενσωμάτωση της βιοποικιλότητας σε πολιτικές και οικονομικούς κλάδους.
Η ευρωπαϊκή θέση ζητά επίσης ενίσχυση τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής χρηματοδότησης για τη φύση και διερεύνηση νέων χρηματοδοτικών μηχανισμών, όπως high-integrity nature credits. Παράλληλα, η ΕΕ διαμηνύει ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει υποβάθμιση της φιλοδοξίας που συμφωνήθηκε στο παγκόσμιο biodiversity framework.
Κλίμα και φύση στην ίδια οικονομική εξίσωση
Παρότι COP31 και COP17 αποτελούν ξεχωριστές διαπραγματευτικές διαδικασίες, το Συμβούλιο τονίζει τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ climate change, biodiversity loss, pollution, desertification, deforestation, land use και μεταβολών στον κύκλο του νερού. Ζητά μάλιστα στενότερη συνεργασία μεταξύ των διεθνών συμβάσεων του Ρίο και της Συμφωνίας του Παρισιού. ST-14250-2026-INIT_en
Η σύνδεση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι δύο διασκέψεις μετακινούνται από το στάδιο της διαμόρφωσης στόχων σε εκείνο της εφαρμογής. Στην COP31, η ΕΕ θέλει μεγαλύτερη πίεση για πραγματικές μειώσεις εκπομπών, clean energy και adaptation. Στην COP17, ζητά αντίστοιχα να ενσωματωθεί η προστασία της φύσης σε ολόκληρη την οικονομία και να αυξηθούν οι χρηματοδοτικές ροές.
Η ευρωπαϊκή διαπραγματευτική γραμμή συνοψίζεται έτσι σε μια κοινή αρχή: η προσωρινή υπέρβαση του 1,5°C δεν πρέπει να μετατραπεί σε εγκατάλειψη του στόχου, όπως και η καθυστέρηση στους στόχους βιοποικιλότητας δεν πρέπει να οδηγήσει σε χαμηλότερη φιλοδοξία. Η COP31 και η COP17 αντιμετωπίζονται πλέον ως κρίσιμες δοκιμασίες για το αν το διεθνές σύστημα μπορεί να περάσει από τις δεσμεύσεις στην πραγματική εφαρμογή.








