Νέο πλήγμα δέχεται το Green Climate Fund, το μεγαλύτερο κρατικά υποστηριζόμενο ταμείο χρηματοδότησης για την κλιματική αλλαγή παγκοσμίως, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισε να μειώσει σημαντικά τη συνεισφορά του. Η εξέλιξη εντείνει τις ανησυχίες για τη διεθνή χρηματοδότηση δράσεων αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες επανεξετάζουν τις προτεραιότητές τους.
.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, το Green Climate Fund ενημερώθηκε ότι η βρετανική χρηματοδότηση για την περίοδο 2024–2027 θα περιοριστεί στις 815 εκατ. λίρες (περίπου 1,1 δισ. δολάρια), από την αρχική δέσμευση ύψους 1,6 δισ. λιρών. Πρόκειται ουσιαστικά για μείωση σχεδόν 50%, γεγονός που δημιουργεί νέα δεδομένα για την πορεία έργων που βρίσκονται υπό σχεδιασμό ή υλοποίηση.
Το ταμείο, το οποίο δημιουργήθηκε το 2010 υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, διαθέτει κεφάλαια περίπου 20 δισ. δολαρίων και στηρίζει αναπτυσσόμενες χώρες στην προσπάθεια περιορισμού εκπομπών αλλά και προσαρμογής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Μέχρι σήμερα έχουν συμμετάσχει 45 χώρες στη χρηματοδότησή του.
Όπως ανέφερε εκπρόσωπος του οργανισμού, η απόφαση του Λονδίνου συνδέεται με τις «σημαντικές περικοπές στις δαπάνες αναπτυξιακής βοήθειας του Ηνωμένου Βασιλείου». Παράλληλα, το ταμείο εξετάζει ήδη τις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει η απόφαση στα έργα που βρίσκονται σε φάση προετοιμασίας και στις μελλοντικές πρωτοβουλίες.
Η κίνηση της βρετανικής κυβέρνησης έρχεται μετά από ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα στις διεθνείς πρωτοβουλίες για το κλίμα: την ακύρωση αμερικανικής δέσμευσης ύψους 4 δισ. δολαρίων το προηγούμενο έτος. Η συνολική εικόνα δείχνει μετατόπιση προτεραιοτήτων σε αρκετές δυτικές χώρες, οι οποίες καλούνται να ισορροπήσουν μεταξύ ενεργειακών πιέσεων, αμυντικών δαπανών και δημοσιονομικών περιορισμών.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι οι περικοπές στη χρηματοδότηση του Green Climate Fund ενδέχεται να επηρεάσουν περισσότερο τις πιο ευάλωτες χώρες, οι οποίες βασίζονται σε τέτοιους μηχανισμούς για έργα προσαρμογής απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα και στις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Πηγή: Bloomberg / Antony Sguazzin







