ESG+Stories

S&P Global: Η βιώσιμη γεωργία «κλειδί» για την ανθεκτικότητα των αναδυόμενων αγορών

Η τεχνολογία αποτελεί σημαντικό μέρος της εξίσωσης.
S&P Global: Η βιώσιμη γεωργία «κλειδί» για την ανθεκτικότητα των αναδυόμενων αγορών

Η βιώσιμη γεωργία εξελίσσεται σε κρίσιμο παράγοντα οικονομικής και κλιματικής ανθεκτικότητας για τις αναδυόμενες αγορές, καθώς η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων, η πίεση στους υδάτινους πόρους και η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων δημιουργούν νέους κινδύνους για την παραγωγή τροφίμων και τις αγροτικές αλυσίδες αξίας.

.

Σε ανάλυσή της στο Sustainability Quarterly του τρίτου τριμήνου 2026, η S&P Global εστιάζει στη σύνδεση μεταξύ βιώσιμων γεωργικών πρακτικών και ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες οικονομίες, όπου η γεωργία εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος, απασχόλησης και επισιτιστικής ασφάλειας.

Η πρόκληση είναι διπλή. Οι αγροτικές οικονομίες πρέπει να αυξήσουν ή τουλάχιστον να διατηρήσουν την παραγωγικότητά τους ώστε να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση για τρόφιμα, αλλά ταυτόχρονα καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον υψηλότερων θερμοκρασιών, μεταβαλλόμενων βροχοπτώσεων και μεγαλύτερης συχνότητας ακραίων φαινομένων.

Η S&P Global έχει επισημάνει σε σχετικές αναλύσεις ότι οι επιπτώσεις των κλιματικών φαινομένων στην αγροτική παραγωγή δεν είναι ομοιόμορφες. Διαφέρουν ανάλογα με τη χώρα, την καλλιέργεια και τη χρονική στιγμή κατά την οποία εκδηλώνεται η μεταβολή των βροχοπτώσεων ή της θερμοκρασίας. Η εξέλιξη αυτή καθιστά την προσαρμογή των παραγωγικών συστημάτων ακόμη πιο σημαντική.

Στο επίκεντρο βρίσκονται πρακτικές που βελτιώνουν τη διαχείριση του νερού και του εδάφους, μειώνουν την εξάρτηση από εισροές, ενισχύουν την αποδοτικότητα των λιπασμάτων και αυξάνουν την ικανότητα των καλλιεργειών να αντέχουν σε ξηρασία, ακραία ζέστη ή μεταβολές των εποχικών βροχοπτώσεων.

Η τεχνολογία αποτελεί επίσης σημαντικό μέρος της εξίσωσης. Η άρδευση μεγαλύτερης ακρίβειας, τα δεδομένα για την κατάσταση του εδάφους, οι νέες ποικιλίες καλλιεργειών και η αποτελεσματικότερη χρήση λιπασμάτων μπορούν να περιορίσουν την έκθεση των παραγωγών σε κλιματικές διαταραχές.

Η S&P Global έχει καταγράψει, για παράδειγμα, αυξανόμενη χρήση τεχνολογιών που βελτιώνουν ταυτόχρονα την αποδοτικότητα του νερού και των θρεπτικών στοιχείων. Στην Ανατολική Ασία, το μερίδιο της περιοχής στην παγκόσμια κατανάλωση υδατοδιαλυτών λιπασμάτων αυξήθηκε από 22% το 2010 σε 52% το 2023, τάση που συνδέεται με την ανάγκη καλύτερης διαχείρισης περιορισμένων υδάτινων πόρων.

Ωστόσο, η μετάβαση προς περισσότερο βιώσιμα μοντέλα παραγωγής δεν είναι μόνο τεχνολογικό ζήτημα. Ιδιαίτερα στις αναδυόμενες αγορές, οι μικροκαλλιεργητές αποτελούν καθοριστικό μέρος του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων.

Σε προηγούμενη ανάλυση της S&P Global, εκπρόσωπος της Olam Agri επισήμανε ότι οι smallholder farmers παράγουν περίπου το ένα τρίτο των τροφίμων παγκοσμίως, ενώ στην Ασία το ποσοστό φτάνει περίπου το 60% της συνολικής παραγωγής τροφίμων.

Αυτό σημαίνει ότι η επιτυχία της βιώσιμης γεωργίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εάν οι ίδιοι οι παραγωγοί μπορούν να χρηματοδοτήσουν και να εφαρμόσουν νέες πρακτικές χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο το εισόδημα ή την παραγωγή τους.

Το ζήτημα της χρηματοδότησης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια. Οι επενδύσεις σε regenerative agriculture, καλύτερη άρδευση, αποκατάσταση εδαφών ή νέες τεχνολογίες συχνά απαιτούν κεφάλαια εκ των προτέρων, ενώ τα οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να αποτυπωθούν.

Αυτό δημιουργεί δυσκολίες για τράπεζες και επενδυτές, καθώς τα αποτελέσματα είναι πιο δύσκολο να μετρηθούν και η απόδοση μιας παρέμβασης μπορεί να εξαρτάται από παράγοντες που βρίσκονται έξω από τον έλεγχο του παραγωγού, όπως ο καιρός.

Η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή οι μικροκαλλιεργητές που καλούνται να πραγματοποιήσουν τη μετάβαση είναι συχνά οι ίδιοι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι σε οικονομικά και κλιματικά σοκ. Συνεπώς, οι βιώσιμες πρακτικές πρέπει να βελτιώνουν και όχι να υπονομεύουν τη βιωσιμότητα της ίδιας της γεωργικής δραστηριότητας.

Παραδείγματα εφαρμογής υπάρχουν ήδη. Η Olam Agri έχει αναφέρει προγράμματα με περισσότερους από 50.000 παραγωγούς ρυζιού στη Νοτιοανατολική Ασία, την Ινδία και τη Νιγηρία, τα οποία περιλαμβάνουν καλύτερη διαχείριση λιπασμάτων, αμειψισπορά και τεχνικές εναλλασσόμενης ύγρανσης και ξήρανσης των ορυζώνων, με στόχο τη μείωση των εκπομπών μεθανίου και της κατανάλωσης νερού. Η εταιρεία έχει επίσης αναπτύξει πρόγραμμα regenerative agriculture στο βαμβάκι που καλύπτει πάνω από 250.000 εκτάρια και 20.000 αγρότες στην Ακτή Ελεφαντοστού.

Η αγροτική ανθεκτικότητα συνδέεται επίσης άμεσα με την προστασία της φύσης. Η γεωργία εξαρτάται από την ποιότητα του εδάφους, τη διαθεσιμότητα νερού, την επικονίαση και ευρύτερα από υγιή οικοσυστήματα. Πρακτικές όπως η αγροδασοπονία, η ολοκληρωμένη διαχείριση παρασίτων και η αποκατάσταση τοπίων μπορούν να περιορίσουν ορισμένους από τους σχετικούς κινδύνους, ενώ παράλληλα μπορούν να μειώσουν το κόστος εισροών και να ενισχύσουν την ποιότητα της παραγωγής.

Η S&P Global έχει επίσης επισημάνει ότι η υιοθέτηση τεχνολογίας μπορεί να αλλάξει σημαντικά την έκθεση μιας καλλιέργειας στις κλιματικές πιέσεις. Στην περίπτωση του καφέ στη Βραζιλία, η μεγαλύτερη χρήση γεωργικών μηχανημάτων, νέων ποικιλιών και άρδευσης συνδέεται με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις μεταβολές θερμοκρασίας και βροχοπτώσεων. Αντίθετα, χαμηλότερα επίπεδα τεχνολογικής υιοθέτησης σε άλλες αγορές μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερες απώλειες παραγωγικότητας καθώς οι κλιματικές συνθήκες αλλάζουν.

Το ζήτημα έχει επομένως ευρύτερη οικονομική διάσταση. Οι διαταραχές στην αγροτική παραγωγή μπορούν να μεταφερθούν στις τιμές των εμπορευμάτων, στις αλυσίδες εφοδιασμού και τελικά στον πληθωρισμό και την οικονομική ανάπτυξη, ιδιαίτερα σε χώρες όπου τα τρόφιμα έχουν μεγάλο βάρος στις καταναλωτικές δαπάνες.

Για τις αναδυόμενες αγορές, η βιώσιμη γεωργία δεν αφορά συνεπώς μόνο τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος του αγροτικού τομέα. Αποτελεί ταυτόχρονα στρατηγική προσαρμογής, προστασίας της παραγωγής, σταθεροποίησης των εισοδημάτων και ενίσχυσης της επισιτιστικής ασφάλειας.

Η πρόκληση πλέον είναι η μετάβαση από πιλοτικές εφαρμογές σε μεγαλύτερη κλίμακα. Αυτό απαιτεί πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τεχνική υποστήριξη, καλύτερα δεδομένα, ασφαλιστικά εργαλεία και στενότερη συνεργασία μεταξύ κυβερνήσεων, χρηματοπιστωτικών οργανισμών, αγροτικών επιχειρήσεων και παραγωγών.

Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης κλιματικής μεταβλητότητας, η βασική κατεύθυνση που αναδεικνύεται είναι ότι η παραγωγικότητα και η βιωσιμότητα δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστοί στόχοι. Για τις αναδυόμενες οικονομίες, η ικανότητα να παράγουν περισσότερα τρόφιμα με μικρότερη πίεση στους φυσικούς πόρους μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας.

Πηγή: S&P Global,

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ