ESG+Stories

Greenpeace: Σοβαρά ελλείμματα σε βιωσιμότητα και ανθρώπινα δικαιώματα στην αγορά τόνου των ΗΠΑ

Το report «The High Cost of Cheap Tuna» αποκαλύπτει ότι η συντριπτική πλειονότητα των μεγάλων αμερικανικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ αποτυγχάνει να διασφαλίσει υπεύθυνες πρακτικές στις εφοδιαστικές της αλυσίδες.
Greenpeace: Σοβαρά ελλείμματα σε βιωσιμότητα και ανθρώπινα δικαιώματα στην αγορά τόνου των ΗΠΑ

Η αγορά τόνου στις Ηνωμένες Πολιτείες, μία από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως, εξακολουθεί να συνδέεται με σοβαρά ζητήματα βιωσιμότητας και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με νέα έκθεση της Greenpeace USA. Το report «The High Cost of Cheap Tuna» αποκαλύπτει ότι η συντριπτική πλειονότητα των μεγάλων αμερικανικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ αποτυγχάνει να διασφαλίσει υπεύθυνες πρακτικές στις εφοδιαστικές της αλυσίδες.

.

Συγκεκριμένα, μόλις 2 από τις 16 μεγαλύτερες αλυσίδες λιανικής στις ΗΠΑ έλαβαν βαθμολογία πάνω από τη βάση, ενώ 10 εταιρείες συγκέντρωσαν ποσοστό 40% ή χαμηλότερο. Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ παραμένουν ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς θαλασσινών παγκοσμίως, με εισαγωγές που καλύπτουν το 80%–90% της κατανάλωσης και συνολική αξία που έφτασε τα 25,3 δισ. δολάρια το 2023.

Η έκθεση καταλήγει ότι καμία εταιρεία δεν αντιμετωπίζει συνολικά τα φαινόμενα εκμετάλλευσης εργαζομένων και περιβαλλοντικής καταστροφής στην αλυσίδα εφοδιασμού της. Αντίθετα, οι πιέσεις για μείωση κόστους εντείνουν πρακτικές που επιβαρύνουν τόσο τους εργαζόμενους όσο και τα θαλάσσια οικοσυστήματα.

Στο επίκεντρο των προβλημάτων βρίσκεται η λεγόμενη «απομόνωση στη θάλασσα», μια κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο καταναγκαστικής εργασίας και παραβιάσεων δικαιωμάτων. Η Greenpeace καλεί τις εταιρείες να υιοθετήσουν συγκεκριμένα μέτρα, όπως πρόσβαση των εργαζομένων σε ασφαλές και δωρεάν Wi-Fi, περιορισμό του χρόνου παραμονής στη θάλασσα σε μέγιστο διάστημα τριών μηνών και πλήρη κάλυψη των αλιευτικών σκαφών με ανθρώπινους παρατηρητές ή ηλεκτρονικά συστήματα παρακολούθησης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ανάγκη ενίσχυσης των εργασιακών δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία συνδικαλισμού και η ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών καταγγελιών, ακόμη και εν πλω. Σύμφωνα με την έκθεση, τα στοιχεία αυτά αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την προστασία των εργαζομένων σε έναν κλάδο όπου οι παραβιάσεις παραμένουν εκτεταμένες.

Για πρώτη φορά, η αλυσίδα Whole Foods κατατάσσεται στην κορυφή της αξιολόγησης, κυρίως χάρη στον νέο «Κώδικα Δεοντολογίας Θαλασσινών» που εισήγαγε. Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει μέτρα όπως η απαγόρευση χρεώσεων πρόσληψης στους εργαζόμενους και η ενίσχυση των μηχανισμών καταγγελιών. Ωστόσο, η Greenpeace επισημαίνει ότι ακόμη και αυτές οι πρωτοβουλίες δεν επαρκούν, καθώς επιτρέπουν παραμονή στη θάλασσα έως και 11 μήνες, διάστημα που εξακολουθεί να ενέχει υψηλό κίνδυνο κακοποίησης.

Παράλληλα, αλυσίδες όπως οι Aldi και Hy-Vee, που στο παρελθόν είχαν υψηλότερες επιδόσεις, υποχώρησαν στην κατάταξη, κυρίως λόγω μειωμένης δραστηριότητας σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής και πίεσης προς τις αρχές.

Η συγκυρία καθιστά το ζήτημα ακόμη πιο πιεστικό. Η αστάθεια στο παγκόσμιο εμπόριο δημιουργεί νέους κινδύνους για τα εργασιακά δικαιώματα, ενώ οι πληθυσμοί τόνου δέχονται αυξανόμενες πιέσεις από την υπεραλίευση, την κλιματική αλλαγή και την πιθανή επέκταση της εξόρυξης στον βυθό των ωκεανών.

Η Greenpeace καταλήγει ότι οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής διαθέτουν τη δύναμη να επηρεάσουν καθοριστικά τις πρακτικές της βιομηχανίας θαλασσινών και καλεί για άμεση δράση, ώστε να περιοριστούν οι παραβιάσεις και να προστατευθούν τόσο οι εργαζόμενοι όσο και τα θαλάσσια οικοσυστήματα.

Πηγή: Greenpeace USA

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ