Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στην ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στις επιχειρηματικές στρατηγικές, οι περισσότερες εταιρείες εξακολουθούν να αδυνατούν να αποτυπώσουν με αξιόπιστο τρόπο την οικονομική αξία των δράσεων ESG στις χρηματοοικονομικές τους αποφάσεις. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας διεθνούς μελέτης της KPMG, η οποία κάνει λόγο για ένα σημαντικό «κενό αποτίμησης» (valuation gap) μεταξύ της στρατηγικής βιωσιμότητας και της επιχειρηματικής αξίας.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 72% των στελεχών δηλώνει ότι διαθέτει καλή γνώση της στρατηγικής βιωσιμότητας, των σχετικών δεικτών και των επιδόσεων της εταιρείας του. Ωστόσο, μόλις το 19% χρησιμοποιεί προηγμένες μεθόδους ποσοτικοποίησης για να μετρήσει τον αντίκτυπο της βιωσιμότητας στα οικονομικά αποτελέσματα, τη λειτουργική απόδοση και την καινοτομία.
Η KPMG επισημαίνει ότι αυτή η αδυναμία δημιουργεί ένα «τυφλό σημείο» στις επιχειρηματικές αποφάσεις. Πολλές εταιρείες δεν μπορούν να μεταφράσουν τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα σε οικονομικούς όρους, όπως οι επιπτώσεις στο EBITDA, στις ταμειακές ροές, στις κεφαλαιουχικές δαπάνες (CapEx) ή στην αξία της επιχείρησης (Enterprise Value). Ως αποτέλεσμα, επενδύσεις με θετικό μακροπρόθεσμο οικονομικό αποτύπωμα ενδέχεται να απορρίπτονται, ενώ παράλληλα υποτιμάται το κόστος της αδράνειας.
Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 2.024 στελέχη από 19 χώρες, δείχνει επίσης ότι το 60% των επιχειρήσεων λαμβάνει υπόψη κινδύνους και ευκαιρίες που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα στον χρηματοοικονομικό σχεδιασμό, το 50% έχει ενσωματώσει το ESG στη συνολική στρατηγική του και το 40% το αξιοποιεί στην ανάπτυξη νέων προϊόντων και στην καινοτομία. Ωστόσο, η μετάβαση από τη στρατηγική στην ποσοτική αποτίμηση παραμένει περιορισμένη.
Η KPMG αποδίδει σημαντικό μέρος της προόδου που έχει επιτευχθεί στην Ευρώπη στο αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο, όπως η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, η Οδηγία CSRD και τα πρότυπα του ISSB, τα οποία έχουν αυξήσει την κατανόηση των θεμάτων βιωσιμότητας στα διοικητικά συμβούλια. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι κανονισμοί από μόνοι τους δεν αρκούν, εάν δεν συνδεθούν ουσιαστικά με τις καθημερινές επιχειρηματικές διαδικασίες και τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.
Η μελέτη καταγράφει επίσης σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων. Οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις κεφαλαιαγορών εμφανίζονται πιο ώριμες στην αξιοποίηση μεθόδων αποτίμησης των κινδύνων βιωσιμότητας, καθώς το 33% εφαρμόζει προηγμένα μοντέλα αξιολόγησης. Ακολουθούν οι επιχειρήσεις ενέργειας και φυσικών πόρων με 31% και ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας με 27%, καθώς οι συγκεκριμένοι τομείς επηρεάζονται άμεσα από τη μετάβαση σε οικονομία χαμηλών εκπομπών, τις ρυθμιστικές απαιτήσεις και τους κινδύνους που συνδέονται με το κλίμα.
Σύμφωνα με την KPMG, το επόμενο βήμα για τις επιχειρήσεις είναι η ανάπτυξη κοινά αποδεκτών μεθοδολογιών που θα επιτρέπουν τη μετάφραση των κινδύνων και των ευκαιριών βιωσιμότητας σε οικονομικούς δείκτες, ενσωματώνοντας το ESG στις αποφάσεις για επενδύσεις, κατανομή κεφαλαίων και στρατηγικό σχεδιασμό. Όπως τονίζεται στην έκθεση, η βιωσιμότητα πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται ως οικονομικό ζήτημα και όχι αποκλειστικά ως υποχρέωση συμμόρφωσης ή δημοσιοποίησης στοιχείων.








