ESG+Stories

Η κλιματική αλλαγή δεν περιμένει: Γιατί κάθε δέκατο του βαθμού εξακολουθεί να έχει σημασία

Mark Gongloff, Editor και columnist του Bloomberg Opinion με αντικείμενο την κλιματική αλλαγή. Έχει εργαστεί προηγουμένως στα Fortune.com, Huffington Post και Wall Street Journal.
Η κλιματική αλλαγή δεν περιμένει: Γιατί κάθε δέκατο του βαθμού εξακολουθεί να έχει σημασία

Η συζήτηση γύρω από την κλιματική αλλαγή έχει εισέλθει σε μια παράξενη φάση. Από τη μία πλευρά, οι επιπτώσεις της υπερθέρμανσης γίνονται ολοένα πιο ορατές και πιο επώδυνες. Από την άλλη, η πολιτική βούληση για ταχύτερη δράση δείχνει σε πολλές χώρες να υποχωρεί. Αυτό το χάσμα ανάμεσα σε όσα γνωρίζουμε και σε όσα τελικά κάνουμε είναι ίσως η πιο ανησυχητική εξέλιξη.

Η τελευταία έκθεση του United Nations Environment Programme υπογραμμίζει ότι ο στόχος περιορισμού της υπερθέρμανσης στον 1,5°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα γίνεται πλέον εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί. Η μακροχρόνια μέση αύξηση της θερμοκρασίας βρίσκεται ήδη περίπου στον 1,3°C, ενώ η θέρμανση έχει επιταχυνθεί την τελευταία δεκαετία.

Το γεγονός ότι ο 1,5°C πιθανότατα θα ξεπεραστεί δεν σημαίνει, όμως, ότι η κλιματική προσπάθεια έχει χάσει το νόημά της.

Το αντίθετο. Όσο μεγαλύτερη είναι η υπέρβαση, τόσο μεγαλύτεροι είναι οι κίνδυνοι. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΗΕ που επικαλείται ο Mark Gongloff στο Bloomberg Opinion, ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο ο κόσμος κινείται προς περίπου 1,8°C υπερθέρμανσης, ενώ με τις σημερινές πολιτικές η μακροπρόθεσμη πορεία μπορεί να φτάσει περίπου τους 2,6°C.

Η διαφορά ανάμεσα στο 1,8°C και στο 2°C μπορεί να φαίνεται μικρή στο χαρτί. Στο κλιματικό σύστημα δεν είναι.

Ο στόχος του 1,5°C δεν επιλέχθηκε αυθαίρετα. Σε αυτό το εύρος θερμοκρασίας αρχίζει να αυξάνεται αισθητά ο κίνδυνος ενεργοποίησης κρίσιμων tipping points, όπως η μαζική απώλεια κοραλλιογενών υφάλων, η αποσταθεροποίηση των πάγων της Γροιλανδίας και της Δυτικής Ανταρκτικής και η απόψυξη του μόνιμα παγωμένου εδάφους στις βόρειες περιοχές.

Αυτές οι μεταβολές δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους. Μπορούν να δημιουργήσουν μηχανισμούς ανατροφοδότησης που επιταχύνουν περαιτέρω την υπερθέρμανση και παράγουν οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

Και δεν μιλάμε πλέον μόνο για μελλοντικά σενάρια.

Ήδη μέσα στο 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη αντιμετώπισαν αλλεπάλληλους θανατηφόρους καύσωνες, μεγάλες πυρκαγιές εκδηλώθηκαν από τον Καναδά έως το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Μιανμάρ, ενώ η τήξη πάγων στα Ιμαλάια συνδέθηκε με καταστροφική πλημμύρα στο Νεπάλ.

Η αντίδραση της παγκόσμιας οικονομίας απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα είναι αντιφατική.

Από τεχνολογική άποψη, οι συνθήκες για την καθαρή ενέργεια δεν ήταν ποτέ καλύτερες. Το κόστος της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας και των μπαταριών έχει μειωθεί σημαντικά, καθιστώντας τις ανανεώσιμες πηγές ολοένα πιο ανταγωνιστικές έναντι των ορυκτών καυσίμων.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, από τα σχεδόν 85 GW νέας ηλεκτροπαραγωγικής ισχύος που αναμένεται να προστεθούν μέσα στον επόμενο χρόνο, περίπου το 90% θα προέρχεται από ηλιακή, αιολική ενέργεια και μπαταρίες.

Παρόλα αυτά, η συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται τόσο γρήγορα, μεταξύ άλλων λόγω της εκρηκτικής ανάπτυξης των data centers, ώστε οι ανανεώσιμες πηγές δεν αντικαθιστούν πάντα τα ορυκτά καύσιμα. Σε αρκετές περιπτώσεις απλώς προστίθενται σε ένα ενεργειακό σύστημα που συνεχίζει να χρειάζεται περισσότερο φυσικό αέριο και άνθρακα.

Ενδεικτικά, η ισχύς μονάδων φυσικού αερίου που βρίσκεται υπό ανάπτυξη στις ΗΠΑ αποκλειστικά για την κάλυψη αναγκών data centers σχεδόν διπλασιάστηκε στο πρώτο εξάμηνο του 2026, φτάνοντας τα 189 GW, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το άρθρο.

Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, διαθέτει πλέον για πρώτη φορά περισσότερη εγκατεστημένη ισχύ από ηλιακή ενέργεια από ό,τι από άνθρακα, αλλά η κατανάλωση και η προσφορά άνθρακα εξακολουθούν να αυξάνονται.

Αυτό είναι το παράδοξο της σημερινής ενεργειακής μετάβασης: ο κόσμος κατασκευάζει καθαρές ενεργειακές υποδομές με πρωτοφανή ταχύτητα, αλλά ταυτόχρονα δεν εγκαταλείπει αρκετά γρήγορα τα ορυκτά καύσιμα.

Το πολιτικό περιβάλλον γίνεται επίσης περισσότερο δύσκολο.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση Trump έχει υποχωρήσει σε πολλές πολιτικές για το κλίμα και τις ανανεώσιμες πηγές. Η Κίνα μείωσε φέτος ορισμένες επιδοτήσεις για τις ΑΠΕ, η Γερμανία πίεσε για χαλάρωση ευρωπαϊκών κλιματικών πολιτικών, ενώ ο Καναδάς κατάργησε τον μηχανισμό τιμολόγησης άνθρακα και συνεχίζει την ανάπτυξη ορυκτών καυσίμων.

Η πολιτική αυτή υποχώρηση γίνεται ακόμη πιο αξιοσημείωτη επειδή συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες βιώνουν ολοένα πιο έντονες κλιματικές επιπτώσεις.

Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μεγάλες πλειοψηφίες σε πολλές χώρες δηλώνουν ανησυχία για την κλιματική αλλαγή και ζητούν κυβερνητική δράση. Παρ' όλα αυτά, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μεταφράζει πάντα αυτή την ανησυχία σε αντίστοιχη κλιματική πολιτική.

Αυτό είναι ίσως και το ουσιαστικότερο σημείο της συζήτησης.

Η πιθανή υπέρβαση του 1,5°C δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως άδεια για εγκατάλειψη του στόχου της μείωσης των εκπομπών. Η κλιματική αλλαγή δεν λειτουργεί με έναν διακόπτη όπου κάτω από έναν αριθμό είμαστε ασφαλείς και πάνω από αυτόν όλα έχουν χαθεί.

Κάθε πρόσθετο δέκατο του βαθμού επιβαρύνει τους κινδύνους.

Κάθε δέκατο του βαθμού που αποφεύγεται μειώνει τις πιθανότητες πιο ακραίων καυσώνων, μεγαλύτερης ανόδου της στάθμης των θαλασσών, απώλειας οικοσυστημάτων και σοβαρότερων οικονομικών ζημιών.

Η ίδια η κλιματική δράση μετά τη Συμφωνία του Παρισιού, παρότι ανεπαρκής για τον στόχο του 1,5°C, έχει ήδη συμβάλει στο να απομακρυνθεί η παγκόσμια οικονομία από τα πιο καταστροφικά σενάρια υπερθέρμανσης.

Γι' αυτό και η συζήτηση δεν πρέπει να είναι αν «χάσαμε» το 1,5°C, αλλά πόσο γρήγορα μπορούμε να περιορίσουμε την υπέρβαση και πόσο σύντομα μπορούμε να αρχίσουμε να μειώνουμε ξανά τη θερμοκρασία.

Η τεχνολογία αφαίρεσης διοξειδίου του άνθρακα θα χρειαστεί πιθανότατα να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο, αλλά βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά από την κλίμακα που θα απαιτούνταν για να αποτελέσει υποκατάστατο των άμεσων μειώσεων των εκπομπών.

Το συμπέρασμα είναι λιγότερο μοιρολατρικό από όσο μπορεί να φαίνεται.

Η κλιματική μάχη δεν τελειώνει επειδή ένας στόχος γίνεται δυσκολότερος. Αλλάζει χαρακτήρα.

Ο στόχος πλέον είναι να περιοριστεί όσο γίνεται η υπέρβαση, να μειωθούν οι εκπομπές όσο πιο γρήγορα γίνεται, να προστατευτούν τα συστήματα που βρίσκονται κοντά σε κρίσιμα σημεία καμπής και να αποφευχθεί κάθε επιπλέον κλάσμα υπερθέρμανσης που μπορεί ακόμη να αποφευχθεί.

Το 1,8°C είναι σαφώς χειρότερο από το 1,5°C. Αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ καλύτερο από το 2°C. Και το 2°C είναι καλύτερο από το 2,6°C.

Αυτός είναι και ο λόγος που η κλιματική πολιτική παραμένει απαραίτητη ακόμη και σε έναν κόσμο που φαίνεται έτοιμος να ξεπεράσει τον πιο γνωστό στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ