Η συζήτηση για το εάν ο κλιματικός κίνδυνος είναι ουσιαστικός για την οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει, κατά τη Nina Seega, ουσιαστικά τελειώσει. Οι αποδείξεις είναι ήδη ορατές στις ασφαλιστικές αγορές, από τις πυρκαγιές στην Καλιφόρνια έως τις πλημμύρες στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον, υποστηρίζει, είναι πώς αυτά τα σήματα κινδύνου αναγνωρίζονται, μεταφέρονται και ενσωματώνονται στις αποφάσεις τραπεζών, επενδυτών, κυβερνήσεων και κοινωνιών.
Η κλίμακα του προβλήματος είναι ήδη μεγάλη. Η Swiss Re εκτιμά ότι το παγκόσμιο κενό προστασίας –η διαφορά ανάμεσα στις οικονομικές ζημιές από φυσικές καταστροφές και στο μέρος τους που είναι ασφαλισμένο– έφθασε τα 424 δισ. δολάρια το 2025.
Όταν η ασφαλιστική κάλυψη υποχωρεί, οι συνέπειες δεν σταματούν στις ασφαλιστικές εταιρείες. Μπορούν να επηρεαστούν τα στεγαστικά δάνεια, οι τιμές των ακινήτων, οι επενδύσεις και τελικά η οικονομική κατάσταση ολόκληρων περιοχών.
Προσιτή ασφάλιση δεν σημαίνει και ανθεκτικότητα
Μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης επικεντρώνεται στην άνοδο των ασφαλίστρων και στη μείωση της διαθέσιμης κάλυψης.
Η Seega αναγνωρίζει την πίεση που προκαλεί αυτή η εξέλιξη στα νοικοκυριά, αλλά προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να συγχέεται η χαμηλή τιμή της ασφάλισης με την πραγματική ανθεκτικότητα.
Μια ασφαλιστική κάλυψη μπορεί, όπως επισημαίνει, να παραμείνει τεχνητά φθηνή για κάποιο διάστημα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει μειωθεί ο πραγματικός φυσικός κίνδυνος.
Αντίθετα, η απόκρυψη ή η υποτίμηση των σημάτων κινδύνου μπορεί να αφήσει νοικοκυριά, αγορές και κυβερνήσεις λιγότερο προετοιμασμένα απέναντι σε μελλοντικές ζημιές.
Αυτό, διευκρινίζει, δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει αποδεκτό ένα μέλλον στο οποίο οι περισσότερο ευάλωτοι πολίτες απλώς θα αποκλείονται από την ασφαλιστική κάλυψη.
Σημαίνει ότι οι κίνδυνοι πρέπει να αντιμετωπίζονται συλλογικά.
Τα παραδείγματα Βρετανίας και Γαλλίας
Η Seega παραπέμπει σε ήδη υπάρχοντες μηχανισμούς που επιχειρούν να μοιράσουν καλύτερα τον κλιματικό κίνδυνο.
Ένα παράδειγμα είναι το Flood Re στο Ηνωμένο Βασίλειο, μια κοινή πρωτοβουλία κυβέρνησης και ασφαλιστικών εταιρειών που επιτρέπει την κοινή ανάληψη μέρους του κινδύνου από πλημμύρες.
Αντίστοιχα, στη Γαλλία λειτουργούν συστήματα με κρατική στήριξη για την κάλυψη φυσικών καταστροφών.
Κανένα μοντέλο δεν είναι τέλειο, σημειώνει, αλλά οι κυβερνήσεις και οι αγορές μπορούν να αξιοποιήσουν την εμπειρία άλλων χωρών αντί να επιχειρούν κάθε φορά να σχεδιάσουν λύσεις από μηδενική βάση.
Η πίεση να υποβαθμιστούν οι προβλέψεις
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν, κατά την αρθρογράφο, οι πληροφορίες ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ειδικοί μπορεί να πιέζονται ώστε να παρουσιάζουν ηπιότερες προβλέψεις για μελλοντικές ζημιές.
Η Seega παραπέμπει σε πρόσφατο υπόμνημα στελεχών του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού κλάδου στη Βρετανία και την Ευρώπη, σύμφωνα με το οποίο ορισμένοι αναλογιστές και ειδικοί στα μοντέλα φυσικών καταστροφών καλούνται να μειώσουν τις εκτιμήσεις για τον μελλοντικό κίνδυνο ώστε να αποφεύγεται η πρόκληση ανησυχίας ή η παρεμπόδιση συναλλαγών.
Για τη Seega, μια τέτοια πρακτική θα ήταν ιδιαίτερα προβληματική.
Καθώς οι φυσικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται εντονότερες, θεωρεί απαραίτητο τα μοντέλα κινδύνου να βασίζονται στην καλύτερη διαθέσιμη τεχνολογία και επιστημονική γνώση και να ενσωματώνουν με συνέπεια τις κλιματικές προβολές.
Η αβεβαιότητα, υποστηρίζει, πρέπει να οδηγεί σε καλύτερη ανάλυση και όχι σε πιο βολικές υποθέσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι η αναγνώριση του κινδύνου
Ο ασφαλιστικός κλάδος, κατά τη Seega, είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός στον εντοπισμό και την αποτίμηση κινδύνων.
Εκεί όπου υστερεί περισσότερο είναι στη μετάδοση αυτής της πληροφορίας με τρόπο που να επηρεάζει τον σχεδιασμό πόλεων, κτιρίων, χρηματοδοτήσεων και επενδύσεων.
Ακριβώς αυτό το κενό επιχειρεί να καλύψει το ClimateWise Insurability Readiness Matrix, το οποίο αναπτύσσει το Centre for Sustainable Finance του Πανεπιστημίου του Cambridge.
Το εργαλείο δημιουργεί ένα κοινό πλαίσιο για ασφαλιστές, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, κατασκευαστές και φορείς χάραξης πολιτικής, ώστε να αξιολογούν πόσο κοντά βρίσκεται ένα περιουσιακό στοιχείο, μια περιοχή ή ένας κλάδος στο σημείο όπου η ασφαλιστική του κάλυψη γίνεται δύσκολη ή αδύνατη.
Η μεθοδολογία εξετάζει επτά διαφορετικές παραμέτρους, μεταξύ των οποίων τα δεδομένα και τα μοντέλα, η φυσική ανθεκτικότητα, η ευθυγράμμιση της δημόσιας πολιτικής και η δυνατότητα ανάκαμψης μετά από καταστροφές.
Από το Λάγος στην Καλιφόρνια
Η Seega παρουσιάζει παραδείγματα όπου καλύτερα δεδομένα και παρεμβάσεις πρόληψης έχουν ήδη αλλάξει την εικόνα της ασφαλιστικής κάλυψης.
Στο Λάγος της Νιγηρίας, η διάθεση ανοικτών δεδομένων για πλημμύρες βοήθησε τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να μειώσουν τα τεχνικά ασφάλιστρα και συνέβαλε στη δημιουργία του πρώτου παραμετρικού ασφαλιστικού προϊόντος για πλημμύρες στην πόλη.
Στο Paradise της Καλιφόρνιας, όπου η πυρκαγιά Camp Fire του 2018 προκάλεσε τον θάνατο 85 ανθρώπων και κατέστρεψε περισσότερες από 18.000 κατασκευές, ασφαλιστικές εταιρείες έχουν αρχίσει να υποστηρίζουν την ανοικοδόμηση κατοικιών βάσει προτύπων αυξημένης ανθεκτικότητας στις πυρκαγιές.
Στη Χιλή, φορολογικό κίνητρο για ασφάλιση και ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κατοικιών αύξησε, σύμφωνα με την αρθρογράφο, το ποσοστό ασφαλιστικής κάλυψης των νοικοκυριών από 45% σε 65%.
Το κοινό στοιχείο στα παραδείγματα αυτά είναι ότι η παρέμβαση σε έναν τομέα μπορεί να βελτιώσει ταυτόχρονα και άλλες πλευρές της ασφαλισιμότητας.
Φθηνότερος δανεισμός για όσους επενδύουν στην ανθεκτικότητα
Η ίδια λογική μπορεί, κατά τη Seega, να εφαρμοστεί και στον τραπεζικό δανεισμό.
Η έννοια του πιστωτικού κινδύνου προσαρμοσμένου στην ανθεκτικότητα βασίζεται στην ιδέα ότι επιχειρήσεις ή νοικοκυριά που επενδύουν σε αντιπλημμυρική προστασία, μέτρα πυροπροστασίας ή άλλες παρεμβάσεις μείωσης του φυσικού κινδύνου θα μπορούσαν να ανταμείβονται με ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης.
Με αυτόν τον τρόπο, οι δαπάνες για πρόληψη δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως κόστος, αλλά και ως παράγοντας που μειώνει τον κίνδυνο για δανειστές και επενδυτές.
Οι ασφαλιστές πρέπει να έχουν θέση στη χάραξη πολιτικής
Για τη Seega, ο ασφαλιστικός κλάδος δεν πρέπει να βρίσκεται στο περιθώριο των συζητήσεων για το κλίμα.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες διαθέτουν ορισμένα από τα καλύτερα δεδομένα για τους φυσικούς κινδύνους και μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στον σχεδιασμό οικοδομικών κανονισμών, στις χρήσεις γης, στα τραπεζικά πρότυπα και στις επενδυτικές αποφάσεις.
Η αξία αυτής της γνώσης είναι μεγαλύτερη, υποστηρίζει, όταν χρησιμοποιείται προτού μια αγορά φθάσει στο σημείο όπου οι ασφαλιστές αρχίζουν να αποσύρονται.
Το βασικό μήνυμα της αρθρογράφου είναι ότι τα προειδοποιητικά σήματα υπάρχουν ήδη.
Το ερώτημα είναι εάν κυβερνήσεις, χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και κοινωνίες θα τα αξιοποιήσουν εγκαίρως, πριν οι φυσικοί κίνδυνοι μετατραπούν σε πολύ μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα.
Πηγή: Reuters Professional









