Η σχέση ανάμεσα στη βιωσιμότητα και την οικονομική απόδοση των τραπεζών έχει πάψει να αποτελεί θεωρητική υπόθεση. Τα δεδομένα των τελευταίων ετών δείχνουν ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ενσωματώνουν ενεργά τα κριτήρια ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία, Διακυβέρνηση) εμφανίζουν ισχυρότερη κερδοφορία, χαμηλότερο κίνδυνο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τις αγορές.
.
Η βιωσιμότητα ως παράγοντας κερδοφορίας
Οι δείκτες ESG δεν αποτελούν πια «μη χρηματοοικονομικά» δεδομένα· έχουν μετατραπεί σε οικονομικά μεγέθη με απτό αντίκτυπο.
Μια τράπεζα με αυστηρές πολιτικές περιβαλλοντικής ευθύνης, ισότιμη συμμετοχή στη διοίκηση και διαφανή διαδικασία λήψης αποφάσεων έχει μικρότερες πιθανότητες να εμπλακεί σε σκάνδαλα, να υποστεί ρυθμιστικά πρόστιμα ή να δει τη φήμη της να πλήττεται. Η μειωμένη αυτή έκθεση σε κινδύνους μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου και τελικά, σε υψηλότερη καθαρή απόδοση ιδίων κεφαλαίων (Return on Equity – ROE).
Παράλληλα, οι τράπεζες που χρηματοδοτούν έργα πράσινης ανάπτυξης ή κοινωνικής συνοχής αποκτούν πρόσβαση σε φθηνότερη χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και επενδυτές που ακολουθούν στρατηγικές «υπεύθυνου κεφαλαίου».
Η εμπιστοσύνη των επενδυτών και των πελατών
Η ενσωμάτωση ESG πρακτικών λειτουργεί ως σήμα αξιοπιστίας προς τους επενδυτές. Τα funds βιώσιμων επενδύσεων αυξάνονται με ραγδαίο ρυθμό διεθνώς – και οι τράπεζες που δημοσιεύουν σαφείς δείκτες βιωσιμότητας προσελκύουν μεγαλύτερη συμμετοχή θεσμικών επενδυτών.
Παράλληλα, οι πελάτες εμπιστεύονται περισσότερο έναν οργανισμό που αποδεικνύει στην πράξη ότι λειτουργεί με κοινωνική υπευθυνότητα και διαφάνεια.
Στην Ελλάδα, οι μεγάλες τράπεζες έχουν ήδη αρχίσει να συνδέουν τη στρατηγική τους με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ (SDGs), να χρηματοδοτούν έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και να εκδίδουν «πράσινα» ή «κοινωνικά» ομόλογα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ιδρύσει Κέντρο Κλιματικής Αλλαγής και Βιωσιμότητας, αναγνωρίζοντας τον ρόλο του χρηματοπιστωτικού τομέα ως μοχλού για την πράσινη μετάβαση.
Τα δεδομένα της Ευρώπης
Μελέτες της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (EBA) και του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες με υψηλές βαθμολογίες ESG παρουσιάζουν:
- κατά μέσο όρο 10–15% υψηλότερη χρηματιστηριακή αξία,
- μειωμένες επισφάλειες δανείων και
- καλύτερη ανθεκτικότητα σε περιόδους κρίσης.
Ο λόγος είναι διττός: πρώτον, η βιώσιμη λειτουργία μειώνει το λειτουργικό και ρυθμιστικό ρίσκο· δεύτερον, οι τράπεζες με ώριμη ESG στρατηγική διαχειρίζονται πιο αποτελεσματικά τις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς, ιδίως όσον αφορά την ενεργειακή και τεχνολογική μετάβαση.
Το παράδοξο του κόστους
Πολλοί τραπεζικοί παράγοντες εκφράζουν ανησυχία ότι η υιοθέτηση ESG προτύπων συνεπάγεται αυξημένο λειτουργικό κόστος. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: πράγματι, οι επενδύσεις σε τεχνολογικά συστήματα, εκπαίδευση προσωπικού και παρακολούθηση βιώσιμων δεικτών έχουν αρχικό κόστος. Όμως, μακροπρόθεσμα, το ESG λειτουργεί ως επένδυση με θετική καθαρή παρούσα αξία, αφού μειώνει απώλειες, αυξάνει την αποδοτικότητα και βελτιώνει την πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια.
Η εμπειρία χωρών όπως η Γαλλία και η Ολλανδία δείχνει ότι οι τράπεζες που υιοθέτησαν συστήματα εσωτερικής αξιολόγησης ESG πέτυχαν σταδιακή αύξηση της απόδοσης ενεργητικού (ROA) και ταχύτερη ανάκαμψη μετά τις κρίσεις ρευστότητας.
Από τη βιωσιμότητα στην ανθεκτικότητα
Το ESG δεν είναι ένα νέο «marketing εργαλείο». Είναι η λογική συνέχεια της τραπεζικής σταθερότητας: η επέκταση των κλασικών δεικτών φερεγγυότητας σε μια εποχή όπου η περιβαλλοντική και κοινωνική ευθύνη επηρεάζουν άμεσα την αξία του χρήματος.
Για τις ελληνικές τράπεζες, η ενσωμάτωση ESG πρακτικών δεν είναι μόνο θέμα συμμόρφωσης με ευρωπαϊκούς κανονισμούς· είναι ζήτημα στρατηγικής ανθεκτικότητας και ευκαιρία διαφοροποίησης.
Στο μέλλον, οι τράπεζες που θα καταφέρουν να μετρήσουν με ακρίβεια το αποτύπωμα των επενδύσεών τους, να εκπαιδεύσουν το ανθρώπινο δυναμικό τους στη βιωσιμότητα και να συνδέσουν τις επιδόσεις ESG με την επιχειρησιακή τους στρατηγική, θα είναι και εκείνες που θα επιβραβευθούν από τις αγορές και την κοινωνία.
Η βιωσιμότητα δεν είναι «κόστος». Είναι η νέα μορφή κεφαλαίου -άυλη αλλά απολύτως μετρήσιμη- που καθορίζει ποιοι θα πρωταγωνιστήσουν στο χρηματοπιστωτικό τοπίο της επόμενης δεκαετίας.
* Κωνσταντίνα Ραγάζου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.
Καθηγητής Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης (φωτ.) Ακαδημαϊκός, Ιππότης του Τάγματος του Ακαδημαϊκού Φοίνικα, Επίτιμος Δρ ΑΠΘ, Πολυτεχνείο Κρήτης.
* Νικόλαος Σαριαννίδης Καθηγητής Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.
Πηγή: Euro2day.gr









