Η συνδυασμένη αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της κλιματικής αλλαγής μπορεί να αποφέρει περίπου 15 δολάρια σε οικονομικά οφέλη για κάθε 1 δολάριο που επενδύεται, σύμφωνα με νέα έκθεση που υποστηρίζεται από τον ΟΗΕ.
.
Η αξιολόγηση του United Nations Environment Programme (UNEP) και της Climate and Clean Air Coalition (CCAC) εξετάζει 25 συγκεκριμένα μέτρα και μεταρρυθμίσεις πολιτικής που μπορούν να βελτιώσουν ταυτόχρονα τη δημόσια υγεία, την οικονομική απόδοση και την πρόοδο προς τους κλιματικούς στόχους.
Μεταξύ των παρεμβάσεων περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ενεργειακή αποδοτικότητα, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα καθαρότερα καύσιμα για μαγείρεμα και θέρμανση, τα αυστηρότερα πρότυπα εκπομπών για οχήματα, η μείωση διαρροών πετρελαίου και φυσικού αερίου, η καλύτερη διαχείριση κτηνοτροφίας και κοπριάς και η αποτελεσματικότερη χρήση λιπασμάτων.
Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η κοινή αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης δημιουργεί μεγαλύτερα οφέλη από την εφαρμογή ξεχωριστών πολιτικών, καθώς πολλές από τις ίδιες δραστηριότητες και οι ίδιοι ρύποι βρίσκονται πίσω και από τις δύο κρίσεις.
Η εκτελεστική διευθύντρια του UNEP, Inger Andersen, σημείωσε ότι επί χρόνια η κλιματική δράση αντιμετωπιζόταν κυρίως ως κόστος και η ατμοσφαιρική ρύπανση ως αναπόφευκτη συνέπεια της ανάπτυξης. Η νέα ανάλυση, όπως υπογράμμισε, δείχνει το αντίθετο: ο καθαρός αέρας μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας ανάπτυξης, υγείας, επισιτιστικής και ενεργειακής ασφάλειας και κλιματικής σταθερότητας.
Η έκθεση, με τίτλο «Hidden assets: The economic and health case for climate and clean air action», δημοσιεύθηκε με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Καθαρού Αέρα για γαλάζιους ουρανούς, στις 7 Σεπτεμβρίου.
Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ António Guterres τόνισε ότι η μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης προστατεύει την υγεία, ενισχύει την παραγωγικότητα και συμβάλλει στη δημιουργία πιο ανθεκτικών οικονομιών. Παράλληλα, χαρακτήρισε την επιτάχυνση της μετάβασης μακριά από τα ορυκτά καύσιμα ως έναν από τους ταχύτερους και αποτελεσματικότερους τρόπους ταυτόχρονης βελτίωσης της ποιότητας του αέρα και αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης.
Σε οικονομικούς όρους, τα οφέλη από την πλήρη εφαρμογή των 25 μέτρων εκτιμάται ότι θα αντιστοιχούν ετησίως στο 2,8% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2035, στο 4,5% το 2050 και στο 11,4% το 2100.
Για σύγκριση, οι άμεσες επιδοτήσεις προς τα ορυκτά καύσιμα αντιστοιχούσαν στο 2,18% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2022, ενώ οι δαπάνες υγείας έφτασαν το 9,3% το 2023.
Ακόμη και αν εξαιρεθούν τα μη αγοραία οφέλη, όπως η αξία της μεγαλύτερης και υγιέστερης ζωής, η απόδοση παραμένει περίπου 4 δολάρια για κάθε 1 δολάριο επένδυσης.
Ο Elliott Harris, ανεξάρτητος συμπρόεδρος της αξιολόγησης, υποστήριξε ότι μια σχέση οφέλους προς κόστος 15 προς 1 θα προσέλκυε άμεσα κεφάλαια σχεδόν σε οποιονδήποτε άλλο τομέα της οικονομίας. Σύμφωνα με την έκθεση, κάθε έτος καθυστέρησης συνεπάγεται απώλεια άνω των 1,5 τρισ. δολαρίων σε οφέλη που δεν μπορούν να ανακτηθούν.
Το κόστος για τη δημόσια υγεία είναι εξίσου σημαντικό. Το 2025, η έκθεση εκτιμά ότι η έκθεση σε ανθρωπογενή εξωτερική ατμοσφαιρική ρύπανση, μεταξύ άλλων σε αιωρούμενα σωματίδια PM2.5 και όζον, συνδέθηκε με 6,4 εκατομμύρια πρόωρους θανάτους παγκοσμίως.
Η οικιακή ατμοσφαιρική ρύπανση συνδέθηκε με επιπλέον 2 εκατομμύρια πρόωρους θανάτους, μεταξύ των οποίων περίπου 300.000 παιδιά.
Την ίδια χρονιά, η εξωτερική ατμοσφαιρική ρύπανση συνέβαλε, σύμφωνα με την έκθεση, σε 5,5 εκατομμύρια νέα περιστατικά παιδικού άσθματος, περίπου 2 εκατομμύρια νέα περιστατικά άνοιας και εκατομμύρια περιστατικά εμφράγματος, πνευμονικών παθήσεων, διαβήτη, εγκεφαλικού και καρκίνου του πνεύμονα.
Η πλήρης εφαρμογή των 25 μέτρων θα μπορούσε έως το 2050 να αποτρέψει σωρευτικά περίπου 144 εκατομμύρια πρόωρους θανάτους που σχετίζονται με την ατμοσφαιρική ρύπανση, εκ των οποίων 96 εκατομμύρια αφορούν την εξωτερική ρύπανση, καθώς και εκατοντάδες εκατομμύρια περιστατικά χρόνιων ασθενειών.
Οι κλιματικές επιπτώσεις θα ήταν επίσης σημαντικές. Σε σχέση με το βασικό σενάριο της έκθεσης, η άμεση εφαρμογή των παρεμβάσεων θα μπορούσε να μειώσει κατά το ήμισυ τις παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050 και να περιορίσει τις εκπομπές μεθανίου κατά 60%.
Οι εκπομπές βασικών ατμοσφαιρικών ρύπων, όπως ο μαύρος άνθρακας, το διοξείδιο του θείου και τα οξείδια του αζώτου, θα μπορούσαν παράλληλα να μειωθούν κατά περίπου 70%.
Η έκθεση εκτιμά ότι τα συγκεκριμένα μέτρα θα μπορούσαν να αποτρέψουν περίπου 0,34 βαθμούς Κελσίου επιπλέον υπερθέρμανσης έως το 2050 και περίπου 1,4 βαθμούς έως το 2100, σε σύγκριση με το βασικό σενάριο.
Ο Simon Dietz, συμπρόεδρος της αξιολόγησης και καθηγητής Environmental Policy στο London School of Economics, σημείωσε ότι όταν οι κλιματικές και οι καθαρές ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις μοντελοποιήθηκαν από κοινού, τα συνολικά οφέλη ήταν μεγαλύτερα από ό,τι όταν εξετάζονταν χωριστά.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, παραμένει η εφαρμογή. Η έκθεση εντοπίζει ως βασικά προβλήματα τον κατακερματισμό της λήψης αποφάσεων, την περιορισμένη ικανότητα επιβολής των πολιτικών και τον ανεπαρκή συντονισμό μεταξύ κυβερνητικών φορέων.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι αδυναμίες αυτές θα μπορούσαν να καθυστερήσουν την πλήρη εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων κατά σχεδόν οκτώ χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο.
Για τον λόγο αυτό, UNEP και CCAC ζητούν πιο ολοκληρωμένο σχεδιασμό που θα συνδέει την κλιματική πολιτική με την ποιότητα του αέρα, τη δημόσια υγεία και την οικονομική πολιτική, ισχυρότερους θεσμούς και καλύτερη ευθυγράμμιση δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης.
Το οικονομικό μήνυμα της έκθεσης είναι σαφές: η καθαρή ατμόσφαιρα δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό στόχο, αλλά επένδυση με άμεσα οφέλη για την υγεία, την παραγωγικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα των οικονομιών.
Πηγή: UN News








