Η βιωσιμότητα παραμένει κεντρικό ζήτημα για τις εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς η κλιματική αλλαγή και η μακροχρόνια υποβάθμιση κρίσιμων οικοσυστημάτων αυξάνουν σημαντικά τους φυσικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τράπεζες και ασφαλιστικές.
.
Ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως αιφνίδιες πλημμύρες, υψηλά επίπεδα υδάτων και παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, αναμένεται να γίνονται συχνότερα και εντονότερα τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με δεδομένα του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού και του ευρωπαϊκού προγράμματος Copernicus. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η Ευρώπη είναι σήμερα η ήπειρος που θερμαίνεται με τον ταχύτερο ρυθμό.
Παράλληλα, σημαντικοί παραμένουν και οι μεταβατικοί κίνδυνοι που συνδέονται με τη μετάβαση σε μια βιώσιμη, χαμηλών εκπομπών οικονομία. Τέτοιοι κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν από μεταβολές στις προτιμήσεις των καταναλωτών, από την υιοθέτηση νέων πολιτικών για το κλίμα ή από αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο. Η αυστηροποίηση περιβαλλοντικών προτύπων, για παράδειγμα, μπορεί να συμπιέσει τις αξίες υφιστάμενων ακινήτων, ενώ οι αυξανόμενες απαιτήσεις βιωσιμότητας ενδέχεται να αυξήσουν τον πιστωτικό κίνδυνο σε εταιρείες με υψηλή ενεργειακή ένταση. Τεχνολογικές εξελίξεις, όπως η ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, λειτουργούν επίσης ως παράγοντας μεταβατικών κινδύνων.
Στο πλαίσιο αυτό, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος καλείται να αντιμετωπίσει δύο βασικές προκλήσεις, όπως επισημαίνει και η Επιτροπή Βιώσιμης Χρηματοδότησης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Γερμανίας. Αφενός, πρέπει να ποσοτικοποιήσει και να διαχειριστεί τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή και την απώλεια βιοποικιλότητας. Αφετέρου, οφείλει να αξιοποιήσει επενδύσεις, χρηματοδοτήσεις και ασφαλιστικές υπηρεσίες για να στηρίξει την πραγματική οικονομία στη διαδικασία απανθρακοποίησης και προσαρμογής. Η αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων βιωσιμότητας δεν αποτελεί μόνο θεσμική υποχρέωση, αλλά και ζήτημα ίδιου συμφέροντος για τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, ιδίως για όσες έχουν έντονη περιφερειακή παρουσία και εκτίθενται άμεσα σε τοπικά ακραία φαινόμενα, όπως οι καταστροφικές πλημμύρες στην κοιλάδα του Άαρ πριν από 5 χρόνια.
Έρευνα της BaFin σε ασφαλιστικές και λιγότερο σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα υπό την άμεση εποπτεία της δείχνει ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις λαμβάνουν ήδη υπόψη τους κινδύνους βιωσιμότητας και ESG. Σχεδόν όλες θεωρούν ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα γίνουν συχνότερα και σοβαρότερα στο μέλλον. Οι ασφαλιστικές αξιολογούν ως πιο κρίσιμους κινδύνους τις καταιγίδες, τις πλημμύρες από επιφανειακά ύδατα και τις έντονες βροχοπτώσεις, ενώ οι τράπεζες εστιάζουν κυρίως σε πλημμύρες ποταμών, υψηλές θερμοκρασίες, επιφανειακά ύδατα και καταιγίδες.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι περισσότερες ασφαλιστικές και όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που συμμετείχαν στην έρευνα ενσωματώνουν τους φυσικούς κινδύνους στις απογραφές κινδύνων και στις αναλύσεις ουσιαστικότητας. Ωστόσο, μόνο 10% των τραπεζών εκτιμά ότι οι φυσικοί κλιματικοί κίνδυνοι έχουν σήμερα ουσιαστική επίδραση στους βασικούς τύπους κινδύνου που αντιμετωπίζουν, έναντι 50% των ασφαλιστικών.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η διαθεσιμότητα δεδομένων. Το 70% των τραπεζών και το 60% των ασφαλιστικών που συμμετείχαν στην έρευνα θεωρούν ότι τα δεδομένα αποτελούν πρόβλημα, καθώς η έλλειψή τους δυσχεραίνει την επαρκή ανάλυση. Παρ’ όλα αυτά, η BaFin επισημαίνει ότι ήδη υπάρχει πληθώρα δημόσια διαθέσιμων πληροφοριών, όπως γεωχωρικές βάσεις δεδομένων, χάρτες πλημμυρικού κινδύνου, δείκτες ξηρασίας και μοντέλα για πυρκαγιές, άνοδο της στάθμης της θάλασσας και ακραία καιρικά φαινόμενα. Επιπλέον, οι εποπτευόμενες εταιρείες μπορούν να χρησιμοποιούν εκτιμήσεις ή δεδομένα τρίτων παρόχων, χωρίς να επιβαρύνουν δυσανάλογα μικρομεσαίους πελάτες με αιτήματα πληροφόρησης.
Για το 2026, η BaFin προαναγγέλλει εντατικοποίηση της εποπτείας τόσο στους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους όσο και στην πρόληψη του greenwashing. Στο σκέλος της ανάλυσης κινδύνων, θα εξεταστεί σε βάθος ο τρόπος με τον οποίο οι ασφαλιστικές μοντελοποιούν τους κινδύνους φυσικών καταστροφών, με έμφαση στις εταιρείες γενικών ασφαλίσεων, καθώς και η επάρκεια των προγραμμάτων αντασφάλισης. Παράλληλα, θα ελεγχθεί πώς οι λιγότερο σημαντικές τράπεζες ενσωματώνουν τους φυσικούς κινδύνους στις απογραφές κινδύνου και στις διαδικασίες κεφαλαιακής επάρκειας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα θα δοθεί και στην καταπολέμηση του greenwashing, με τυχαίους ελέγχους συμμόρφωσης προς τον Κανονισμό SFDR, τις κατευθυντήριες οδηγίες της BaFin και τις οδηγίες της ESMA για τις ονομασίες αμοιβαίων κεφαλαίων και την αξιολόγηση των προτιμήσεων βιωσιμότητας των πελατών. Η εποπτική αρχή δηλώνει ότι θα κάνει ευρύτερη χρήση των νομικών της αρμοδιοτήτων κατά τον έλεγχο ενημερωτικών δελτίων και διαφημιστικού υλικού, ώστε να διασφαλίζεται ισορροπημένη και συνεπής πληροφόρηση για θέματα βιωσιμότητας.
Τέλος, με την εφαρμογή της Οδηγίας για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (CSRD), η BaFin θα ξεκινήσει ελέγχους των εκθέσεων βιωσιμότητας που ενσωματώνονται στις οικονομικές καταστάσεις, βάσει των Ευρωπαϊκών Προτύπων Αναφοράς Βιωσιμότητας (ESRS), ενισχύοντας τη διαφάνεια και την αξιοπιστία της πληροφόρησης στην αγορά.
Πηγή: BaFin








