ESG+Stories

Schroders: Έως $1,3 τρισ. ετησίως η ζήτηση για κλιματική προσαρμογή έως το 2030

Σύμφωνα με εξωτερικές εκτιμήσεις που επικαλείται η έκθεση, η ετήσια ζήτηση για λύσεις climate adaptation και resilience θα μπορούσε να φθάσει τα 500 δισ. έως 1,3 τρισ. δολάρια μέχρι το 2030. 
Schroders: Έως $1,3 τρισ. ετησίως η ζήτηση για κλιματική προσαρμογή έως το 2030

Σε μία από τις επόμενες μεγάλες επενδυτικές θεματικές μπορεί να εξελιχθεί η κλιματική προσαρμογή και ανθεκτικότητα, καθώς η αύξηση των φυσικών κινδύνων δημιουργεί ζήτηση για υποδομές, τεχνολογίες και υπηρεσίες που μπορούν να προστατεύσουν περιουσιακά στοιχεία και οικονομική δραστηριότητα.

.

Νέα έκθεση της Schroders, με τίτλο The climate adaptation and resilience imperative: from classification to capital allocation, επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τη μέτρηση της έκθεσης στον φυσικό κλιματικό κίνδυνο στην αναζήτηση συγκεκριμένων επενδυτικών ευκαιριών που μπορούν να προκύψουν από την ανάγκη προσαρμογής.

Σύμφωνα με εξωτερικές εκτιμήσεις που επικαλείται η έκθεση, η ετήσια ζήτηση για λύσεις climate adaptation και resilience θα μπορούσε να φθάσει τα 500 δισ. έως 1,3 τρισ. δολάρια μέχρι το 2030, ενώ η δυνητική ευκαιρία για ιδιωτικά κεφάλαια στις τεχνολογίες ανθεκτικότητας εκτιμάται περίπου στο 1 τρισ. δολάρια.

Η Schroders διευκρινίζει, πάντως, ότι πρόκειται για προβλέψεις δυνητικής ζήτησης και όχι για ήδη υφιστάμενες αγορές εσόδων αντίστοιχου μεγέθους.

Η πραγματική ροή ιδιωτικών κεφαλαίων προς την προσαρμογή παραμένει πολύ μικρότερη. Η καταγεγραμμένη ιδιωτική χρηματοδότηση που σχετίζεται με adaptation βρίσκεται περίπου στα 4,7 δισ. δολάρια ετησίως.

Παράλληλα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του UN Environment Programme που επικαλείται η Schroders, κατάλληλες δημόσιες πολιτικές και δομές blended finance θα μπορούσαν να αυξήσουν τις ιδιωτικές ροές προς περίπου 50 δισ. δολάρια τον χρόνο.

Το χάσμα μεταξύ των σημερινών κεφαλαίων και των εκτιμώμενων αναγκών αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύει η έκθεση.

Η Schroders διαχωρίζει την έννοια της προσαρμογής από εκείνη της ανθεκτικότητας. Climate adaptation είναι η διαδικασία προσαρμογής στις πραγματικές ή αναμενόμενες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ενώ climate resilience αφορά την ευρύτερη ικανότητα ενός asset, μιας επιχείρησης ή ενός οικονομικού συστήματος να προβλέπει, να αντέχει, να απορροφά και να ανακάμπτει από κλιματικούς κραδασμούς.

Για τους επενδυτές, αυτό σημαίνει ότι η ανάλυση δεν πρέπει να περιορίζεται στο ερώτημα «πόσο εκτεθειμένο είναι ένα asset σε πλημμύρες, καύσωνες ή ξηρασία». Η αυξανόμενη ανάγκη προστασίας υποδομών, επιχειρήσεων και εσόδων δημιουργεί παράλληλα αγορές για προϊόντα και υπηρεσίες που μπορούν να περιορίσουν αυτές τις απώλειες.

Η έκθεση εξετάζει 102 δραστηριότητες προσαρμογής και ανθεκτικότητας σε υποδομές, προϊόντα, υπηρεσίες και υποστηρικτικές τεχνολογίες.

Για καθεμία, η Schroders χρησιμοποιεί ένα μοντέλο που εκτιμά την παρούσα αξία των φυσικών κλιματικών ζημιών που θα μπορούσαν να αποφευχθούν για κάθε δολάριο κόστους.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι 95 από τις 102 δραστηριότητες εμφανίζουν μοντελοποιημένα οφέλη ίσα ή μεγαλύτερα από το κόστος τους.

Ο διάμεσος Avoided Loss Benefit-Cost Ratio (BCR) διαμορφώνεται στο 3,1x, ενώ ο μέσος όρος στο 3,8x. Αυτό σημαίνει ότι, σύμφωνα με το μοντέλο, οι συγκεκριμένες λύσεις μπορούν κατά μέσο όρο να αποτρέπουν οικονομικές ζημιές πολλαπλάσιες του κόστους εφαρμογής τους.

Οι άμεσες παρεμβάσεις και τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης βρίσκονται στις υψηλότερες θέσεις της αξιολόγησης, ενώ ορισμένες ψηφιακές λύσεις εμφανίζουν χαμηλότερους δείκτες επειδή τα οφέλη τους είναι περισσότερο έμμεσα.

Η Schroders τονίζει όμως μια κρίσιμη διάκριση: οι συγκεκριμένοι δείκτες αποτυπώνουν κοινωνικό και οικονομικό όφελος και δεν αποτελούν προβλέψεις επενδυτικών αποδόσεων.

Μια λύση μπορεί να αποτρέπει πολύ μεγάλες κοινωνικές ζημιές χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαθέτει αυτομάτως επιχειρηματικό μοντέλο που μπορεί να παράγει ελκυστικά cash flows για έναν ιδιώτη επενδυτή.

Αυτό είναι και ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης. Η σχέση μεταξύ της κοινωνικής αξίας των 102 δραστηριοτήτων και των επενδυτικών αποδόσεων που έχουν επιτύχει μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται ως ασθενής.

Κατά τη Schroders, οι υφιστάμενες πολιτικές και τα οικονομικά κίνητρα δεν έχουν καταφέρει σε πολλές περιπτώσεις να μετατρέψουν τις κοινωνικά πιο πολύτιμες παρεμβάσεις προσαρμογής σε επενδύσεις με αντίστοιχα ελκυστικές αποδόσεις.

Για να αυξηθούν επομένως οι ιδιωτικές επενδύσεις, θα απαιτηθούν αλλαγές στα κίνητρα, νέα χρηματοδοτικά μοντέλα και σε ορισμένες περιπτώσεις συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι το framework δεν αποτελεί εργαλείο αυτόματης επιλογής επενδύσεων. Μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί για τη χαρτογράφηση του opportunity set, τη σύγκριση διαφορετικών κατηγοριών λύσεων και τη στήριξη του engagement με εταιρείες και asset managers.

Παράλληλα, μπορεί να βοηθήσει στη σύγκριση ευκαιριών μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών αγορών, χωρίς να αντικαθιστά τη συμβατική χρηματοοικονομική ανάλυση ή την αξιολόγηση του physical climate risk.

Στη μελέτη έχει συμβάλει και το California Public Employees’ Retirement System (CalPERS), μεταφέροντας την εμπειρία του από τις επενδύσεις σε climate solutions και τη συζήτηση γύρω από την ενσωμάτωση της προσαρμογής και της ανθεκτικότητας στα επενδυτικά χαρτοφυλάκια.

Το σχετικό τμήμα της έκθεσης λειτουργεί ως πρακτικός οδηγός για asset owners και εξετάζει πώς μπορούν να αξιολογηθούν οι σχετικές ευκαιρίες μεταξύ διαφορετικών asset classes, με βασικό ερώτημα όχι μόνο την περιβαλλοντική χρησιμότητα αλλά και την επενδυσιμότητα κάθε λύσης.

Η διαφοροποίηση αυτή είναι κρίσιμη. Η οικονομική αξία από την αποφυγή ζημιών σε μια πόλη, μια παράκτια περιοχή ή ένα δίκτυο ηλεκτρισμού μπορεί να είναι τεράστια, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη της μηχανισμό αποπληρωμής ενός ιδιώτη επενδυτή.

Για αυτό η Schroders θεωρεί ότι η επόμενη φάση της αγοράς θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα δημιουργίας επενδυτικών δομών που μετατρέπουν το avoided loss και το resilience benefit σε πραγματικές και ανθεκτικές χρηματοροές.

Η έκθεση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η επενδυτική συζήτηση γύρω από το κλίμα διευρύνεται. Για χρόνια το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής κατευθυνόταν στη μείωση των εκπομπών και στη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης. Καθώς όμως οι φυσικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται ακριβότερες, το adaptation αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα.

Η βασική πρόκληση είναι ότι η ανάγκη για επενδύσεις δεν συνεπάγεται αυτόματα και ελκυστικές αποδόσεις. Για τους επενδυτές, επομένως, η ευκαιρία θα βρίσκεται στην επιλεκτική αναζήτηση επιχειρηματικών μοντέλων που μπορούν να συνδυάζουν μετρήσιμη κλιματική ανθεκτικότητα με διατηρήσιμες οικονομικές αποδόσεις.

Πηγή: Schroders,

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ