Έχοντας περάσει περισσότερα από 25 χρόνια στη διαχείριση κινδύνων, τον εσωτερικό έλεγχο και την εταιρική διακυβέρνηση — και τα τελευταία χρόνια στη βιωσιμότητα και την εφαρμογή της CSRD — είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω από κοντά μια από τις σημαντικότερες αλλαγές που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις λογοδοτούν και επικοινωνούν την απόδοσή τους.
Όταν οι πρώτες ελληνικές επιχειρήσεις δημοσίευσαν τις εκθέσεις βιωσιμότητας για τη χρήση 2024, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο μέσω του Ν. 5164/2024, η αγορά απέκτησε κάτι πολύ πιο σημαντικό από τις ίδιες τις εκθέσεις: εμπειρία.
Και αυτή η εμπειρία μας έδωσε πολύτιμα συμπεράσματα.
Το πρώτο είναι ότι η μεγαλύτερη πρόκληση δεν ήταν η συγγραφή της έκθεσης. Ήταν τα δεδομένα.
Η συλλογή, η ποιότητα, η αξιοπιστία και η ιχνηλασιμότητα της πληροφορίας αποδείχθηκαν το πιο απαιτητικό κομμάτι της διαδικασίας. Ειδικά σε θέματα όπως οι εκπομπές Scope 3 και η αλυσίδα αξίας, πολλές επιχειρήσεις διαπίστωσαν ότι το πραγματικό κόστος δεν βρισκόταν στην παραγωγή της έκθεσης, αλλά στη δημιουργία των μηχανισμών που απαιτούνται για να παράγουν αξιόπιστη και ελέγξιμη πληροφορία.
Το δεύτερο συμπέρασμα αφορά τη διπλή ουσιαστικότητα.
Για πρώτη φορά, ζητήματα που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπίζονταν ως θέματα εταιρικής υπευθυνότητας ή κανονιστικής συμμόρφωσης βρέθηκαν στο τραπέζι του Διοικητικού Συμβουλίου ως ζητήματα στρατηγικής σημασίας. Κλιματικοί κίνδυνοι, διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, ζητήματα ανθρώπινου δυναμικού, κανονιστικές εξελίξεις και θέματα εταιρικής φήμης αξιολογήθηκαν δίπλα στους παραδοσιακούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους.
Και εδώ αναδείχθηκε ξανά η αξία ενός εργαλείου που πολλές φορές οι επιχειρήσεις θεωρούν δεδομένο ή υποτιμούν: της Διαχείρισης Επιχειρηματικών Κινδύνων. Στην πραγματικότητα, η διπλή ουσιαστικότητα είναι μια διαδικασία αναγνώρισης, αξιολόγησης και ιεράρχησης κινδύνων και ευκαιριών. Υπενθύμισε στις επιχειρήσεις ότι οι μη χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι δεν είναι θεωρητικοί. Είναι πραγματικοί, μετρήσιμοι και μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την αξία, τη χρηματοδότηση και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα ενός οργανισμού.
Από την εμπειρία μου, οι εταιρείες που διέθεταν ώριμο πλαίσιο Enterprise Risk Management ενσωμάτωσαν τη βιωσιμότητα πολύ πιο ομαλά στις λειτουργίες τους. Οι υπόλοιπες χρειάστηκε πρώτα να χτίσουν μηχανισμούς διακυβέρνησης, μοντέλο ρόλων και αρμόδιοτήτων και μηχανισμούς διαχείρισης κινδύνων πριν μπορέσουν να ανταποκριθούν ουσιαστικά στις απαιτήσεις της CSRD.
Το τρίτο μάθημα, ίσως το πιο υποτιμημένο, είναι ότι η εφαρμογή της βιωσιμότητας απέδειξε, ότι δεν αποτελεί υπόθεση μιας μόνο διεύθυνσης.
Η εφαρμογή της CSRD απαίτησε στενή συνεργασία μεταξύ οικονομικής διεύθυνσης, βιωσιμότητας, διαχείρισης κινδύνων, προμηθειών, ανθρώπινου δυναμικού, λειτουργιών, νομικών υπηρεσιών, κανονιστικής συμμόρφωσης κτλ. Για πρώτη φορά, διαφορετικές ομάδες κλήθηκαν να εργαστούν πάνω σε ένα κοινό αποτέλεσμα: μια ενιαία έκθεση διαχείρισης, όπου η χρηματοοικονομική και η μη χρηματοοικονομική πληροφορία συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται. Και το βασικότερο, για πρώτη φορα κλήθηκαν να βγαλουν κοινά συμπεράσματα από δυο διαφορετικά εκτελεσμένες ασκήσεις.
Αυτό από μόνο του αποτελεί έναν ουσιαστικό οργανωτικό μετασχηματισμό. Προϋποθέτει ξεκάθαρα, η βιωσιμότητα να πάψει να λειτουργεί ως μια παράλληλη δραστηριότητα και να ενσωματωθεί στη στρατηγική, στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και στις καθημερινές αποφάσεις της διοίκησης. Οι επιχειρήσεις που το αντιλήφθηκαν εγκαίρως δεν δημιούργησαν απλώς μια έκθεση. Δημιούργησαν μια νέα επιχειρησιακή δυνατότητα. Ένα νέο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Κάπου εκεί και μετά από αρκετές προσπάθειες trial and error στο εσωτερικό πολλών οργανισμών, ήρθε το Omnibus.Πρόκειται για μια σημαντική εξέλιξη, η οποία επιχειρεί να απλοποιήσει το κανονιστικό πλαίσιο και να μειώσει το διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η διαδικασία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Οι τελικές αλλαγές στα ESRS, το ακριβές πεδίο εφαρμογής και η πλήρης ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο εξακολουθούν να βρίσκονται υπό διαμόρφωση. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε ακόμα σε μια περίοδο μετάβασης και όχι σε ένα περιβάλλον πλήρους κανονιστικής βεβαιότητας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πραγματική πρόκληση για τις διοικήσεις.
Οι εταιρείες που επένδυσαν χρόνο, χρήμα και ανθρώπινο κεφάλαιο για να δημοσιοποιήσουν πληροφορίες για το 2024 και ενδέχεται πλέον να εξαιρεθούν από μέρος των υποχρεώσεων ή να μεταφερθούν σε μεταγενέστερο κύμα εφαρμογής, καλούνται να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που δεν είναι κανονιστικό αλλά βαθιά στρατηγικό:
Θα συνεχίσουν να επενδύουν στη διαφάνεια, στα δεδομένα και στη βιωσιμότητα ή θα σταματήσουν επειδή μειώνεται η υποχρέωση;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται.
Οι τράπεζες, οι επενδυτές, τα private equity funds, οι διεθνείς πελάτες και οι μεγάλες αλυσίδες αξίας εξακολουθούν να ζητούν πληροφορίες ESG ανεξάρτητα από το αν μια εταιρεία εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής της CSRD. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η συμμετοχή σε διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και η αξιολόγηση από επενδυτές εξακολουθούν να συνδέονται άμεσα με τη διαφάνεια και την ποιότητα της μη χρηματοοικονομικής πληροφόρησης.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Η κλιματική μετάβαση δεν σταματά επειδή αλλάζει ένα κανονιστικό πλαίσιο.
Τα σχέδια μετάβασης, η απανθρακοποίηση, η ενεργειακή στρατηγική, η διαχείριση των φυσικών κινδύνων και η προσαρμογή στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής παραμένουν ζητήματα επιχειρηματικής ανθεκτικότητας και ανταγωνιστικότητας. Δεν αποτελούν απλώς απαιτήσεις αναφοράς. Επηρεάζουν το κόστος ενέργειας, την πρόσβαση σε κεφάλαια, την ασφαλισιμότητα, τη λειτουργική συνέχεια και τελικά τη δυνατότητα μιας επιχείρησης να παραμείνει ανταγωνιστική στο μέλλον.
Σε μια Ευρώπη που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικής αυτονομίας, το μήνυμα δεν είναι «λιγότερη βιωσιμότητα».
Το μήνυμα είναι «λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερη ουσία».
Γι' αυτό πιστεύω ότι το πραγματικό ερώτημα για τα Διοικητικά Συμβούλια και τις διοικήσεις δεν είναι πλέον «τι οφείλω να αναφέρω;».
Το ερώτημα είναι:
«Τι θα με κάνει πιο ανθεκτικό, πιο χρηματοδοτήσιμο, πιο ανταγωνιστικό και πιο στρατηγικό τα επόμενα χρόνια;»
Όταν η συμμόρφωση παύει να είναι ο βασικός οδηγός, αυτό που τελικά μένει είναι η ποιότητα της διοίκησης. Η ικανότητά της να ενσωματώνει τη βιωσιμότητα, τη διαχείριση κινδύνων και την εταιρική διακυβέρνηση στον πυρήνα της στρατηγικής της.
Η βιωσιμότητα δεν έγινε προαιρετική.
Έγινε δείκτης επιχειρηματικής ωριμότητας.
Και η εταιρική διακυβέρνηση παραμένει το μέτρο της.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο Αφιέρωμα του ESG+Stories για την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος. Δείτε όλο το αφιέρωμα εδώ.









