Η βιοποικιλότητα, ένα σημαντικό στοιχείο των λειτουργιών των οικοσυστημάτων, συμβάλλει μεταξύ άλλων στην εξασφάλιση της κατάλληλης ποιότητας αέρα για να αναπνέει ο άνθρωπος, στην παροχή τροφίμων (και στην επισιτιστική ασφάλεια) αλλά και φαρμάκων, καθώς και στη ρύθμιση του κλίματος μέσω της δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα.[1] Επιπλέον, περισσότερο από το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ εξαρτάται από τη φύση και τις υπηρεσίες που αυτή παρέχει, με τους κλάδους των κατασκευών, της γεωργίας, καθώς και των τροφίμων και ποτών, να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από αυτήν.[2]
Η φύση απειλείται όλο και περισσότερο από ανθρωπογενείς παράγοντες που προκαλούν την υποβάθμισή της και μειώνουν την ικανότητά της να στηρίζει επαρκώς τις ανθρώπινες δραστηριότητες και την οικονομία.
Οι κύριες αιτίες για την απώλεια των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων είναι: α) οι αλλαγές στη χρήση χερσαίων και υδάτινων εκτάσεων, β) η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και των οικοσυστημάτων, γ) η αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου (που οδηγούν στην κλιματική αλλαγή), δ) η ρύπανση και ε) τα χωροκατακτητικά ξένα είδη. Διαπιστώνεται επίσης ότι η κλιματική αλλαγή είναι αλληλένδετη με τη φύση, την επηρεάζει και επηρεάζεται από αυτήν. Για παράδειγμα, τα ακραία καιρικά φαινόμενα (όπως μια πλημμύρα) καταστρέφουν φυσικούς πόρους, ενώ η μείωση της ικανότητας της φύσης να ρυθμίζει το κλίμα, εξαιτίας της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος, εντείνει το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής.[3]
Σχετική μελέτη της ΕΚΤ ανέδειξε τον υψηλό βαθμό εξάρτησης της οικονομίας της ευρωζώνης από τη φύση και τις υπηρεσίες οικοσυστήματος που αυτή παρέχει.[4] Ειδικότερα, η λειψυδρία σε συνδυασμό με την υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων αναδεικνύονται ως ουσιώδεις κίνδυνοι που σχετίζονται με τη φύση και αποτελούν τη σοβαρότερη απειλή για την οικονομία της ευρωζώνης.[5] Ο κίνδυνος αυτός αφορά όλες τις χώρες της ευρωζώνης, αν και είναι μεγαλύτερος στις χώρες του Νότου. Οι κίνδυνοι αυτοί επηρεάζουν ιδιώτες, επιχειρήσεις, κλάδους, τοπικές και εθνικές οικονομίες. Επιφέρουν, δηλαδή, μικρο- και μακροοικονομικές επιπτώσεις, επηρεάζοντας δυνητικά την οικονομία, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Αναγνωρίζονται τρεις κύριοι παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό: η συνεχιζόμενη κλιματική αλλαγή, η υπερεκμετάλλευση των υδατικών πόρων και η ρύπανση. Επιπλέον, η πίεση στους υδατικούς πόρους μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιδράσεις σε πολλούς τομείς της οικονομίας. Για παράδειγμα, τα ξηρά εδάφη μειώνουν τις αποδόσεις των γεωργικών καλλιεργειών και αυξάνουν τις ανάγκες για αποτελεσματική άρδευση, ενώ η μειωμένη ροή των ποταμών περιορίζει την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας και δυσχεραίνει την εσωτερική ναυσιπλοΐα σε ορισμένες χώρες.
Η παραπάνω ανάλυση της ΕΚΤ έδειξε επίσης ότι σε περιπτώσεις ακραίων, αλλά πιθανών, φαινομένων ξηρασίας (με πιθανότητα εμφάνισης 1 στις 100 ή 1%), σχεδόν το 24% του συνόλου της οικονομικής παραγωγής της ευρωζώνης θα ήταν σε κίνδυνο. Ο τομέας της γεωργίας είναι ο πλέον εκτεθειμένος, με δυνητικές απώλειες παραγωγής που αγγίζουν το 30% για σενάρια μέτριας ξηρασίας (με πιθανότητα εμφάνισης 1 στις 25 ή 4%) και το 38% για σενάρια ακραίας ξηρασίας. Τομείς όπως η μεταποίηση, η εξόρυξη, η ύδρευση, οι κατασκευές, οι εκδόσεις και οι υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης παρουσιάζουν κίνδυνο απώλειας παραγωγής πάνω από 20%, ακόμη και υπό συνθήκες μέτριας ξηρασίας.
Αντιστοίχιση αυτών των αποτελεσμάτων στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών της ζώνης του ευρώ έδειξε ότι περίπου το 19% των δανείων είναι εκτεθειμένο σε λειψυδρία των επιφανειακών υδάτων, το 22% των δανείων σε λειψυδρία των υπόγειων υδάτων, ενώ το 12% των δανείων στην υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων. Τα δάνεια που φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τη λειψυδρία (επιφανειακών και υπόγειων υδάτων) είναι αυτά που συνδέονται με δραστηριότητες στους τομείς των ακινήτων, της μεταποίησης, του χονδρικού και του λιανικού εμπορίου, της εξόρυξης και των κατασκευών. Παράλληλα, εκείνα που επηρεάζονται από την υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων συνδέονται κυρίως με δραστηριότητες στους τομείς της μεταποίησης και της εξόρυξης, καθώς οι τομείς αυτοί εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των υδάτων.
Η Ελλάδα εμφανίζει σημαντική τρωτότητα στο θέμα των υδατικών πόρων. Η Επιτροπή Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ) της Τράπεζας της Ελλάδος έχει αναδείξει τον κρίσιμο ρόλο των υδατικών πόρων, ειδικά για τη γεωργία, που είναι ο τομέας με τη μεγαλύτερη κατανάλωση. Σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής, οι υδατικοί πόροι υφίστανται πίεση, μεταξύ άλλων, λόγω της μείωσης των βροχοπτώσεων, της αύξησης των αναγκών άρδευσης, της μεγαλύτερης συγκέντρωσης ρύπων σε μικρότερο όγκο υδατικών πόρων και της υφαλμύρινσης του υδροφόρου ορίζοντα. Ο τομέας της γεωργίας εκτιμάται ότι στα επόμενα έτη θα αντιμετωπίζει ολοένα μειούμενη απόδοση καλλιεργειών και αυξανόμενο κόστος άρδευσης, λόγω της έλλειψης επαρκούς, ποιοτικά και ποσοτικά, νερού.[6]
Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος σε συνεργασία με τους ερευνητές της ΕΜΕΚΑ και στο πλαίσιο του οκταετούς έργου “LIFE-IP AdaptInGR – Boosting the implementation of adaptation policy across Greece” (2019 2026), θα δημοσιεύσει νέα μελέτη που αξιολογεί τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στους υδατικούς πόρους, καθώς και στις φυσικές διεργασίες και τις ανθρώπινες δραστηριότητες που συνδέονται ή εξαρτώνται από αυτούς.
Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων σχεδιάζονται πολιτικές και γίνονται σημαντικές δράσεις προσαρμογής και ενέργειες σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Παράλληλα, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για την εφαρμογή παρεμβάσεων, οικονομικών πολιτικών και δράσεων προσαρμογής, όπως μεταξύ άλλων η θέσπιση κατάλληλης τιμολογιακής πολιτικής σύμφωνα με τις αρχές ανάκτησης κόστους και η παροχή κινήτρων για την αποδοτική χρήση των υδατικών πόρων, την επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων και την εφαρμογή νέων γεωργικών πρακτικών.
Μαζί με την ανάγκη υιοθέτησης πολιτικών και λήψης μέτρων από τις κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, οι κίνδυνοι αυτοί λαμβάνονται υπόψιν στο έργο των κεντρικών τραπεζών και των εποπτικών αρχών. Μετά και την ολοκλήρωση του σχεδίου της ΕΚΤ για το κλίμα και τη φύση για την περίοδο 2024-25, προτεραιότητα για την ΕΚΤ αποτελεί η περαιτέρω εκτίμηση των οικονομικών και χρηματοοικονομικών επιπτώσεων από τους κινδύνους που σχετίζονται με τη φύση και τα υδατικά συστήματα.[7] Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, είναι σημαντική η έρευνα και ανάπτυξη κατάλληλων εργαλείων ανάλυσης κινδύνων, καθώς και η συνεργασία με την επιστημονική κοινότητα με στόχο τη βελτίωση των δεδομένων και των μεθόδων διενέργειας αναλύσεων και αξιολόγησης κινδύνων.[8]
[1] Βλ. την έκθεση The Economics of Biodiversity: The Dasgupta Review (2021).
[2] World Economic Forum (2020), Nature Risk Rising: Why the Crisis Engulfing Nature Matters for Business and the Economy.
[3] Βλ. IPBES (2019), Global Assessment Report on Biodiversity and Ecosystem Services.
[4] ECB/ESRB (2023), Towards macroprudential frameworks for managing climate risk – December 2023.
[5] ECB (2025), “Nature at risk: Implications for the euro area economy and financial stability. Economic and financial risks stemming from degradation of ecosystem services”, Occasional Paper No. 380. Τα σενάρια αυτά δεν συνιστούν προβλέψεις, αλλά εκτιμήσεις τρωτότητας.
[6] ΕΜΕΚΑ (2011), Οι περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα.
[7] Βλ. “ECB advances climate and nature work after delivering on 2024-2025 plan”, δελτίο τύπου της ΕΚΤ, 16.1.2026
[8] Βλ. Πλαίσιο Χ.1 “Η φύση ως παράγοντας κινδύνου για την οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ευρωζώνης και η ανάγκη διαχείρισης των υδατικών πόρων ”, Τράπεζα της Ελλάδος (2026), Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2025.









